ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΒΑΛΕΝΘΙΑΣ
   
  COMUNIDAD HELENICA DE LA COMUNIDAD VALENCIANA
  Ιστορία Αρχαιολογία-Historia Arqueologia
 


          

 

KISS, UNA PALABRA GRIEGA......Πολλές Ομηρικές λέξεις σώζονται ακόμα και σήμερα στις Ευρωπαϊκές γλώσσες, Μία από αυτές τις λέξεις είναι το γνωστό «kiss». Ακούγεται αστεία σαν δήλωση ότι είναι στην ουσία Ελληνική λέξη ε; Και όμως, στα Αρχαία Ελληνικά, το «φιλώ» είναι «κυνέω / κυνώ», εξ’ ού και το προσκυνώ (σημαίνει κάνω ένα βήμα μπροστά και δίνω ένα φιλί). Στην προστακτική το ρήμα γίνεται «κύσον με», δηλαδή «φίλησε με», όπως θα είπε και η Πηνελόπη στον Οδυσσέα όταν τον είδε να επιστρέφει στην Ιθάκη. Στα Αγγλικά θα λέγαμε «kiss me». Πολλά λεξικά σταματούν την ετυμολογία της λέξης στην Λατινική ρίζα αγνοώντας το γεγονός ότι η πλειονότης των ίδιων των Λατινικών λέξεων έχουν Ελληνική ρίζα.

Muchas palabras homéricas aún sobreviven hoy en las lenguas europeas, una de estas palabras es el famoso «kiss=beso». Suena como chistoso decir que la palabra kiss sea esencialmente una palabra griega eh? Sin embargo, en la Antigua Grecia, el verbo "besar" es "Kinéo / Kinó", de ahí la palabra "proskinó= rendir culto (me refiero dar un paso adelante y dar un beso a la imagen de un Santo p.ej.). En el verbo imperativo es "Kíson me" osea "besame", tal como ha dicho Penélope a Ulises cuando lo vio regresar a Ítaca. En Inglés diríamos «kiss me». Muchos diccionarios terminan la etimologia de una palabra en su raíz latina ignorando el hecho que la mayoria de las palabras latinas tienen raíces griegas.




Το αλάτι: το «ψυγείο» της αρχαιότητας

 

 

Αλάτι (χλωριούχο νάτριο, NaCl )
Η αρχαία ελληνική λέξη «ο άλς» ( γεν. του άλατος) δεν πρέπει να συγχέεται με το « η άλς», γεν. της αλός (: η θάλασσα), αν και αυτές οι δύο λέξεις ανήκουν στην ίδια οικογένεια. Από το θέμα αλ. παρήχθησαν οι λέξεις: θάλασσα, αλιεύς, Άλιμος, αλυκή, άλμη, αιγιαλός (> μεσ. : γιαλός), παραλία, Αγχίαλος, Αλόνησος και πολλές άλλες. Με την ίδια ρίζα πέρασε και στα λατ.: als, ιταλ. :sale, γαλλ. :sel, αγγλ.: salt, γερμ.:salz
Χωρίς το χλωριούχο νάτριο ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να ζήσει. Το αλάτι μπορεί να είναι είτε ορυκτό, είτε θαλασσινό. Το θαλασσινό αντλείται, με εξάτμιση, από τις αλυκές. Γνωστές στην αρχαιότητα ήταν οι αλυκές της Αναβύσου, της Βραυρώνας, των Μεγάρων. Σήμερα, λειτουργούν και στην Καλλονή, Πολυχνίτου (Λέσβος), Κίτρους ( Πιερίας), Μεσολόγγι, Λευκάδα, Μήλο.
Oι Έλληνες και οι Ρωμαίοι προσέφεραν το αλάτι στις θυσίες προς τους θεούς. Ήταν σύμβολο λεπτότητας, χάριτος και ευθυμίας (απ΄εδώ, ίσως, η μεταγενέστερη φράση της Κ. Διαθήκης : «υμείς έστε το άλας της γης»). Στην αρχαιότητα ήταν γνωστή και η φράση το «Αττικό άλας» ( για να δηλώνει το λεπτό και ευφυές Αττικό Πνεύμα)
Τα αλίπαστα  (τα ταρίχη)

Το αλάτι, αν και δεν έχει αντισηπτικές ιδιότητες έχει, όμως, ασηπτικές και γι αυτό δεν επιτρέπει την ανάπτυξη μικροργανισμών. Έτσι, από την αρχαιότητα, το χρησιμοποιούσαν για τη συντήρηση των τροφίμων. Το αλάτι ήταν το «ψυγείο» της αρχαιότητας, τα αλίπαστα (ή τα ταρίχη) ήταν για τους αρχαίους τα «κατεψυγμένα» ψάρια της εποχής μας.
Οι Αρχαίοι Αθηναίοι υπερεκτιμούσαν τα αλίπαστα ψάρια, τα οποία εισήγαγαν από τη Σικελία, του Εύξεινου Ποντου. Ο Αιλιανός (XVIII, 32) περιγράφει τη μεταφορά των οξυρύγχων της Κασπίας: «με καμήλες μέχρι τον Εκβάντα ποταμό και απ΄ εκεί με πλοία μέχρι τα λιμάνια μας». Πάστωναν, κυρίως, τον τόννο, τον οξύρυγχο, την παλαμίδα, το σκόμβρο, τη ζύγαινα, τη σφυρίδα (κεστρεύς), τον κολιό κ.α.. Το να τρως αλίπαστα μεταξύ των εδεσμάτων ήταν δείγμα ευπορίας (τα ταρίχη καλής ποιότητας ήταν πανάκριβα, ο «τάριχος αντακαίος» ήταν κάτι αντίστοιχο με το σημερινό χαβιάρι (< ταριχαβγιάριον < ταριχος + αβγό) και προερχόταν  από την επεξεργασία του αντακαίου, από τον Δούναβη ή τον Δνείπερο. Η Πυθιονίκη έγινε τραγούδι (ζηλόφθονο), στην αρχαία Αθήνα, γιατί είχε εραστές τους γιούς ενός ταριχοπώλη και τις έφερναν άφθονα ταρίχη.
Αντίθετα, ήταν φτηνά τα παστά δεύτερης διαλογής: «ο ημίνηρος ή ημιτάριχος», για τον οποίο χρησιμοποιούσαν τη μισή ποσότητα αλατιού. Φτηνός, επίσης, ήταν και «ο ακρόπαστος», (δηλαδή, ο πολύ ελαφρά αλατισμένος τάριχος). Ο φτωχός λαός έτρωγε τα «ουραία ταρίχη», δηλαδή το παστό από την ουρά του ψαριού. Στον Ξενοκράτη διαβάζουμε ότι έτρωγαν τα ταρίχη ωμά (συνήθως), αφού τα βουτούσαν στο γλυκό νερό και τα συνόδευαν με ρίγανη. Τα πιο νόστιμα αλίπαστα ήταν αυτά που προέρχονταν από νεαρά, άπαχα ψάρια: «τα ωραία ταρίχη». Αυτά τα τελευταία τα τηγάνιζαν, τους έριχναν διάφορα καρυκεύματα και τα «έσβηναν» με άσπρο κρασί. Οι πολλές ποικιλίες των ταρίχων φανερώνουν την εκτίμηση που έτρεφαν σ’ αυτά οι Αρχαίοι Έλληνες : «ο λεπιδωτός τάριχος» ( με τα λέπια), «ο τιλτός τάριχος»
(χωρίς λέπια),  «ο ωμοτάριχος» (το μέρος του ψαριού γύρω από τον ώμο, το κεφάλι), «το υπογάστριον».
Κυρίως, όμως, φέρνουν κοντά μας έναν λαό γεμάτο ζωή και δημιουργικότητα, την αστείρευτη δύναμη του ανθρώπου για επιβίωση και δημιουργία, μια Ελλάδα ανθρώπινη (που  γλεντάει και γεύεται όλα τα καλά του κόσμου και μάλιστα χωρίς   τις δικές μας τεχνολογικές ανέσεις), μια ζεστή ανάσα του παρελθόντος, διαφορετική από τον βαρύγδουπο Ακαδημαϊσμό των σχολείων μας, που οδήγησαν πολλές γενιές στα πιο βαθιά …χασμουρητά

PHGH: 24grammata
 
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ
 
 
Η αρχή της ιστορίας της σημαίας ανάγεται στην Αρχαιότητα. Έτσι, πολύ πριν από τον 6° αιώνα π.Χ., διάφοροι ανατολικοί λαοί (Ασσύριοι, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Χετταίοι κ.ά.) χρησιμοποιούσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου διάφορα σύμβολα που συνήθως είχαν θεία προέλευση, τα οποία μεταβλήθηκαν σε εμβλήματα (π.χ. η Κιβωτός των Ιουδαίων, ο αετός ή ο λευκός ίππος των Περσών κ.ά). Τα εμβλήματα αυτά τοποθετούνταν σε κοντάρια, τους «εμβληματοφόρους κοντούς». Στην αρχή τα εμβλήματα ήταν μεταλλικά, αλλά με την πάροδο του χρόνου παριστάνονταν σε τεμάχια υφάσματος. Με τον τρό­πο αυτό δημιουργήθηκαν οι πρώτες σημαίες των αρχαίων χρόνων.
 
Οι Αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν ( τέλος 7ου αι. π.Χ. και εξής) τα σημεία ή επισήματα στις ασπίδες τους και στην πρώρα των πλοίων, για ν αναγνωρίζονται εύκολα μεταξύ τους οι στρατιώτες των μονάδων (Λ=Λακεδαιμόνιοι, Σ=Σικυώνιοι, παραστάσεις θεών ή συμβόλων τους, ζώων, μυθικών όντων κλπ). Ο Μέγας Αλέξανδρος χρησιμοποιούσε στο στράτευμα του σημαίες πορφυρού (=κόκκινου) υφάσματος, που ονομάζονταν φοινικίδες και τοποθετούνταν στην κορυφή των σαρισ(σ)ών (=επιμήκων δοράτων). Αργότερα οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν ανάλογα διακριτικά εμβλήματα, τα signa(=σημεία). Ιδιαιτέρως το Ιππικό της Ρώμης είχε σημαίες από ρούσσισν (δηλ. ερυθρό) ύφασμα, ονομαζόμενες vexilla.
 
Το κυριότερο ρωμαϊκό έμβλημα, ο αετός (aquila) χρησιμοποιούνταν μέχρι το φθινόπωρο του 312 μ.Χ., οπότε αντικαταστάθηκε κατόπιν διαταγής του Μεγάλου Κωνσταντίνου με το μονόγραμμα του Χριστού (σύμπλεγμα των γραμμάτων Χ και Ρ). Τη σημαία αυτή (labarum-λάβαρον) χρησιμοποίησε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία επί μεγάλο διάστημα. Εξέλιξη αυτού του λαβάρου ήταν η σημαία της εποχής της δυναστείας των Παλαιολόγων, δηλ. λευκή με γαλάζιο σταυρό και 4 χρυσές ακτίνες που στα άκρα τους είχαν ισάριθμα γαλάζια Β που σήμαιναν «Βασιλεύς βασιλέων βασιλεύων βασιλευόντων». Ο Δικέφαλος Αετός, από το 1300 μ.Χ. και εξής, ήταν το έμβλημα των Βασιλέων της Νικαίας και μελών του Αυτοκρατορικού Οίκου των Παλαιολόγων.
 
 
Κατά την Τουρκοκρατία οι επαναστατικές σημαίες έφεραν παράσταση με τον Δικέφαλο Αετό ή με Σταυρό. Στις 26 Φεβρ. 1821 υψώθηκε στο Ιάσιο της Μολδαβίας η πρώτη σημαία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, που χρησιμοποίησε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στον ηρωικό αγώνα του κατά των Τούρκων. Στη μία όψη έφερε την εικόνα του Σταυρού και των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης και την επιγραφή «Εν τούτω νίκα» και στην άλλη παράσταση του Φοίνικος και την επιγραφή «Εκ της κόνεώς μου αναγεννώμαι». Σχεδόν ένα μήνα αργότερα ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε στη Μονή Αγίας Λαύρας το περίφημο λάβαρο της Επαναστάσεως. Είχε ορθογώνιο σχήμα και απεικόνιση της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
 
Κατά την Επανάσταση του 1821 χρησιμοποιήθηκαν ποικίλες σημαίες, στις οποίες σημαίνουσα παράσταση είναι αυτή του Σταυρού. Η Α' Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1 Ιανουαρίου 1822) καθόρισε ως «χρώματα του Εθνικού σημείου» το «κυανούν και λευκόν» και ως παράσταση αυτή του Σταυρού. Ο αριθμός των 9 λωρίδων της Ελληνικής Σημαίας ανταποκρίνεται, κατά την επικρατέστερη άποψη, στις συλλαβές της γνωστής φράσεως «Ελευθερία ή θάνατος» που αναγραφόταν σε μερικές σημαίες, όταν εξερράγη η Επανάσταση του 1821.
 
Ο λεπτομερής καθορισμός της Σημαίας μας έγινε κατά καιρούς με διάφορα Διατάγματα, όπως αυτό της 30.7.1828 (Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας) της 4/16 Απρ. 1833 και 28 Αυγ. 1858 (Βασιλεύς Όθων), 28 Δεκ. 1863 (Βασιλεύς Γεώργιος Α') κ.ά. Ο πλέον πρόσφατος σχετικός Νόμος είναι ο υπ' αρ. 851 της 21 Δεκ. 1978, με τον οποίο σαφώς καθορίζονται το σχήμα και οι διαστάσεις του Σταυρού και το πλάτος των εννέα ταινιών (λωρίδων). Βάσει του Νόμου αυτού έχουν καθορισθεί συνολικώς 8 μεγέθη σημαιών και ισάριθμα ύψη κοντών, αναλόγως του προορισμού κάθε σημαίας (επί φρουρίων, δημοσίων και δημοτικών κτηρίων, πρεσβειών, κρατικών οχημάτων και οικιών). Έτσι, το μεν μέγεθος των σημαιών κυμαίνεται από 6,48μ. Χ 4,32μ. μέχρι 0,27μ. Χ 0,18μ. και το ύψος των κοντών μεταξύ 12μ. και 2,6μ. Όταν η σημαία υψώνεται σε δημόσια κτήρια, στρατόπεδα, εκπαιδευτικά ιδρύματα κλπ, ο κοντός φέρει στην κορυφή του λευκή σφαίρα και επ' αυτής Σταυρό. Αν η σημαία υψώνεται σε ιδιωτι­κά γραφεία, οικίες, καταστήματα κλπ. τότε ο κοντός φέρει στην κορυφή του κυλινδρικό τεμάχιο που καμπυλώνεται στο άνω μέρος του. Σε περίπτωση αποκαλυπτηρίων προτομών ή αγαλμάτων, αυτά καλύπτονται με κυανόλευκες ταινίες και όχι με τη σημαία. Σε περίπτωση φθοράς της, η σημαία κατα­στρέφεται διά πυρός, βάσει σχετικής διαδικασίας.
 
Η Ελληνική Σημαία, ως το πλέον ιερό σύμβολο, μας υπενθυμίζει το χρέος μας έναντι του Έθνους και την υποχρέωση μας να θυσιάζουμε τη ζωή μας, υπερασπιζόμενοι την Ελλάδα. Η μεγαλύτερη, λοιπόν, τιμή για κάθε Έλληνα και Ελληνίδα είναι ο θάνατος για την Πατρίδα και τη Σημαία μας.


ΞΕΡΕΙΣ ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΗΡΑΜΕ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΕΛΛΗΝΑΣ;
¿SABES DE DONDE HEMOS OBTENIDO EL NOMBRE HELENOS?.....mira el video

http://www.facebook.com/ext/share.php?sid=96827707121&h=-iQC1&u=m5Ejb&ref=nf

Κατορθώματα και ανθρώπινες στιγμές των ηρώων του '21

Τα προτερήματα αλλά και τα ελαττώματα των γενναίων της Επανάστασης

Η έκρηξη της Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821, αποτελεί το ξεκίνημα του αγώνα για την ανεξαρτησία που διεξήγαγε ο υπόδουλος Ελληνισμός κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αγώνας αυτός κατέληξε στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους από την Πύλη, με τη συνθήκη του Μαϊου του 1832.


«Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο

Στον ελληνικό γεωγραφικό χώρο είχαν ξεσπάσει πολλά επαναστατικά κινήματα εναντίον της οθωμανικής κυριαρχίας. Η επανάσταση του 1821 ήταν η μόνη που οργανώθηκε προσεκτικά αρκετά χρόνια πριν από την έκρηξή της.

Η εκδήλωση αυτού του απελευθερωτικού κινήματος ήρθε στον απόηχο μεγάλων γεγονότων, που συγκλόνισαν την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, όπως η Γαλλική Επανάσταση του 1789 και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι ή η Αμερικανική Επανάσταση του 1776. Πρόκειται για γεγονότα που είχαν τον αντίκτυπό τους στις οπισθοδρομικές δομές του αχανούς κράτους που κυβερνούσε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β'.


Οταν έγινε βουλευτής ο Κολοκοτρώνης, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της»

Τα παλικάρια, που έγραψαν την ιστορία του εικοσιένα, παρουσιάζονται συχνά ως μυθικοί ήρωες, με εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά, ατρόμητοι, ψυχικά καλλιεργημένοι, ηθικοί αδάμαντες.

Στην πραγματικότητα ήταν απλοί άνθρωποι με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα που διαθέτει ο κοινός θνητός.

Απλώς τους είχε ατσαλώσει ο πόλεμος. Στις δύσκολες στιγμές της ζωής αυτό συμβαίνει συνήθως. Αλλοι ατσαλώνονται κι άλλοι εξοντώνονται.

ΟΙ ΕΚΡΗΞΕΙΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ
Η αθυροστομία και τα αστεία του Καραϊσκάκη

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φημιζόταν για την αθυροστομία και τα χωρατά του.

Μια φορά ήταν άρρωστος στο στρατόπεδο του Πειραιά. Φώναξε κάποιον κομπογιαννίτη να τον κοιτάξει.

Βάζει ένα παλικάρι κάτω από τα σκεπάσματα και μόλις μπαίνει ο γιατρός, δίνει με τρόπο όχι το δικό του χέρι, μα του παλικαριού. Το πιάνει εκείνος σοβαρά και κάνει να μετρήσει το σφυγμό του.

«Οι δυνάμεις σου, στρατηγέ μου, πέσανε πολύ», του λέει.

Με μια κίνηση πετά ο Καραϊσκάκης πέρα τα σκεπάσματα και μένει ξερός ο γιατρός με τον ξένο καρπό στο χέρι. «Ο π...ος μου έπεσε, ωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!», του λέει.

Ο Καραϊσκάκης, όταν οργιζόταν, έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα. Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν σαπιοκοιλιά και παλιογελάδα. Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία. Επειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του για να πει: «Τι θυμώνετε, ωρέ! Κι εγώ είμαι... είμαι ο γιος της καλογριάς».

Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».

ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ
Η ανδρεία των μελλοθανάτων στη σφαγή της Χίου

Ο Γιάννης Βλαχογιάννης αποθησαύρισε δύο διηγήσεις από τη σφαγή της Χίου.

Ο ίδιος σημειώνει πως αν είναι αληθινά, τότε «οι Χιώτες ήταν θαυμαστά γενναίοι με τον τρόπο τους τον ήρεμο και ταπεινό».

Στη Χίο, όταν έγιναν οι σφαγές, στα 1822, είχαν κλείσει οι Τούρκοι πολλούς από τους επίσημους στη μητρόπολη και τους έβγαζαν έναν έναν και τους έκοβαν το κεφάλι.

Οι μελλοθάνατοι δεν λησμονούσαν ούτε τότε τα κοινωνικά πρωτεία τους.

«Ορίστε μεσιέ Τζαννή, περάστε πρώτος...», έλεγαν.

Αλλος Χιώτης είπε καθώς τον πήγαιναν για θάνατο: «Σωπάστε, μη θυμώσει ο αγάς και πάθουμε χειρότερα».

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
Το Παλαμήδι και η πείνα των Τούρκων

Απ όλα τα κάστρα του Μοριά το Παλαμήδι ήταν εκείνο που περισσότερο παίδεψε τους Ελληνες. Τέλειωνε ο Νοέμβρης του 1822 κι ακόμα αντιστέκονταν οι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στο φρούριο. Ομως η πείνα είναι ανίκητη.

Μια μέρα βγήκε από το πίσω μέρος του Παλαμηδιού μια Αράπισσα, κατά την ορολογία του Αινιάνα.

Με πρόφαση ότι μάζευε χόρτα, ξεμάκρυνε και πλησίασε τους Ελληνες πολιορκητές. Τη συλλαμβάνουν και την πάνε στον Στάικο Σταϊκόπουλο, επικεφαλής των πολιορκητών.

«Πείνα!», του λέει η γυναίκα.

Εκείνος διέταξε να της δώσουν φαγητό και να την αφήσουν ελεύθερη. Ετσι κι έγινε. Μερικές μέρες αργότερα ξαναβγαίνει έξω από το φρούριο, αυτήν τη φορά για να δώσει μια σοβαρή πληροφορία: Οι πολιορκούμενοι Τούρκοι κατέβηκαν στο Ναύπλιο και άφησαν το κάστρο αφύλαχτο.

Ηταν νύχτα της 29ης Νοεμβρίου 1822 και έβρεχε καταρρακτωδώς, όταν ο Μοσχονησιώτης έστησε τη σκάλα για να ανεβεί στον φοβερό προμαχώνα.

Τον βοήθησαν ο Πορτοκάλης και ένας Αθωνίτης καλόγερος, ο Παφνούτιος. Ξυπόλητος και με το σπαθί ρίχτηκε μέσα χωρίς να βρει αντίσταση.

ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ
Τα όνειρα του Κολοκοτρώνη

Ο Κολοκοτρώνης είχε κάποιες δεισιδαιμονίες, όπως όλοι σχεδόν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Διηγούνταν πολλά θαύματα της πλατομαντείας και πίστευε κάποτε στα όνειρα.

Οταν ονειρευόταν συνοδεία γάμου, εξηγούσε το όνειρο ότι είναι Τούρκοι.

Και αν μεν προχωρούσαν, δεν έμελλε να πολεμήσουν. Αν όμως έστεκαν και χόρευε μαζί τους, τότε σήμαινε ότι θα είχε πόλεμο. Και άρχιζε τις προετοιμασίες.

ΤΑ ΠΑΡΑΤΣΟΥΚΛΙΑ
Τουρκοπελέκας ο Νικηταράς, γερο-Τσεκούρας ο Καρατάσος

Οι μεγάλοι καπεταναίοι της επανάστασης είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον έλεγαν οι φίλοι του Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα ξαφνιάσματά του. Γέροντα λέγανε τον Γκούρα για τη φρονιμάδα του. Τον Κολοκοτρώνη τον φώναζαν «γύφτο» για το μαυριδερό χρώμα του. «Γύφτο» λέγανε και τον Καραϊσκάκη. «Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο.

Γερο-Τσεκούρας ήταν ο γερο-Καρατάσος για τη σκληρότητά του. Τον Νικηταρά, μετά τη μάχη στα Δερβενάκια και την καταστροφή του Δράμαλη, τα παλικάρια τον φώναζαν Τουρκοπελέκα. Το έξυπνο αυτό παρατσούκλι θυμίζει το πατρικό όνομα του αγωνιστή, που καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκκα.

Τον Κολοκοτρώνη ο λαός τον φώναζε Γέρο και Γέρο του Μοριά. Αυτό από αγάπη και σεβασμό για την εξυπνάδα του.

Ο Κίτσος Τζαβέλας, μετά την αποτυχία του στην εξέγερση της Ηπείρου το 1854, καταλήφθηκε από μελαγχολία και άρχισε να πίνει λίγο ρακί περισσότερο. Οι σκληροί εχθροί του τον ονομάτισαν Κίτσο-Παγούρα.

Ο στρατηγός Τζορτζ, αν και διορισμένος αρχιστράτηγος, δεν έβγαινε να πολεμήσει κατά την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Ηταν κλεισμένος σε μια γολέτα στον Πειραιά. Τα παλικάρια του Καραϊσκάκη τού κόλλησαν το παρατσούκλι Καπετάν Γολέτας.

Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ
Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει

Ο Κολοκοτρώνης, πολύ έμπειρος και φιλοσοφημένος άνθρωπος, περίμενε τους κατατρεγμούς του από το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ο ίδιος διηγούνταν στον Τερτσέτη:

Πήγαινα στην τέντα μου και έτρωγα λίγο ψωμί. Κάποιος φίλος μου, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, μου λέει:

«Αϊντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου και η πατρίδα σου θα σε ανταμείψει».

Εγώ του αποκρίθηκα: «Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει». Η τύχη το έφερε και επαληθεύτηκε.

Στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο της επανάστασης τον φυλακίσανε σε μοναστήρι στην Υδρα. Επί αντιβασιλείας, το 1833, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία.

Αργότερα, όταν έγινε βουλευτής, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω!», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της!».

ΖΑΚΥΝΘΟΣ
«Χιλίω χρονώνε λαγός» ήταν η καμήλα

Πολλά ήταν τα λάφυρα που οι Ελληνες αποκόμισαν με την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ανάμεσα στους Τούρκους που βγήκαν από την πόλη και πήγανε στον Κολοκοτρώνη για να παραδοθούν ήταν και ένας Εβραίος, ο πλουσιότερος της χώρας. Φορούσε στη μέση ένα ζευγάρι πιστόλες χρυσές και διαμαντοστόλιστες. Το μάτι του Κολοκοτρώνη έπεσε πάνω τους. Γέλασε και είπε:

«Μπα! Εβραίος και αρματωμένος δεν γίνεται!».

Πήρε τα πιστόλια και τα έχωσε στο σαλάχι του.

Από τη λαφυραγώγηση των ηττημένων του Δράμαλη έστειλαν μια καμήλα στη Ζάκυνθο. Μαζεύτηκε κόσμος στο μουράγιο και δεν ήξερε τι ζωντανό ήταν αυτό. Τότε ένας Ζακυνθινός πολύξερος, που τον ρώτησαν, αποκρίθηκε:

«Είναι χιλίω χρονώνε λαγός».

Ατάραχος στη φουρτούνα ο ναύαρχος Μιαούλης

Ο ναύαρχος Μιαούλης ήταν θαλασσοδαρμένος και ατρόμητος ναυτικός. Κάποτε έπεσε σε μεγάλη φουρτούνα. Ατάραχος επέβλεπε τον πλου του καραβιού.

Ομως το πλήρωμα είχε τρομοκρατηθεί. Οι ναύτες πήραν μια εικόνα της Θεομήτορος και τη βύθιζαν στα θαλασσινά νερά, που είχαν κατακλύσει το σκάφος. Με δάκρυα στα μάτια επικαλούνταν τη θεία αντίληψη. Οταν τους είδε ο Μιαούλης, έφριξε. Είπε:

«Αν ήμουν εγώ Παναγία θα τους καταπόντιζα όλους αυτούς τους άθλιους. Εχουν όλα τα μέσα για να σωθούν, άρμενα και πηδάλιο. Αλλά δεν κάνουν τίποτα, μόνο ασεβούν και ατιμάζουν την εικόνα της Θεοτόκου και επικαλούνται επί ματαίω το όνομα του Θεού». Είπε στον υποπλοίαρχο να διατάξει στους ναύτες να βάλουν την εικόνα στη θέση της και να ακούσουν τα προστάγματά του, γιατί αυτός είναι που φροντίζει για τη σωτηρία τους.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΟΝΤΟΣ
Εδωσε για τον αγώνα όλη του την περιουσία

Ο Ανδρέας Λόντος ξόδεψε όλα τα αγαθά του στον αγώνα και έπειτα το σπίτι του δυστύχησε. Η γενναιοδωρία του και η αυτοθυσία του ήταν παροιμιώδεις.

Κάποτε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βλέποντας αυτή την αρχοντική απλοχεριά του Λόντου, του είπε: «Λόντο, Λόντο, κράτα και παραπίσω τα χρήματά σου, να μην ψωμοζητήσει το σπίτι σου». Ο Λόντος απάντησε: «Πλούτη μου είναι η πατρίδα. Χωράφια μου η Ελλάδα». Πείνασε ο Λόντος, αλλά δεν ψωμοζήτησε. Οπως πείνασαν σχεδόν όλοι οι προύχοντες του Μοριά και της Ρούμελης, αλλά δεν ψωμοζήτησαν. Ο Λόντος όμως προτίμησε τον θάνατο στο τέλος, μην υποφέροντας την ταπείνωση της φτώχειας.

Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του σημειώνει για την περίσταση: «Επεσε εις μεγάλο χρέος, ότι δεν έβαζε ποτέ πήχη στα πράματά του. Από αυτό ήτο, από άλλο - μια αυγή ευρέθη σκοτωμένος., όλο το κεφάλι του σκόρπιο και η πιστόλα του άδεια. Αυτό μόνο ο Θεός το ξέρει - άλλος τον εσκότωσε, μόνος του σκοτώθη».

Πηγή: Έθνος

Ταξίδι στον Ιερό Βράχο με ένα «κλικ»
lea sobre la inauguración en Nea kai prosexeis ek....


Ανοιξαν οι διαδικτυακές πύλες που θα καλύψουν ζωντανά για κάθε γωνιά του πλανήτη και τη βραδιά των εγκαινίων. Για πρώτη φορά εφαρμόζεται το ηλεκτρονικό εισιτήριο

Με τις χρωματικές αποχρώσεις και τον μινιμαλιστικό σχεδιασμό του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης ξεκίνησε χθες το ταξίδι της στον κόσμο του Διαδικτύου η νέα ιστοσελίδα του Μουσείου,  www.theacropolismuseum.gr, λίγες μέρες πριν από τα επίσημα εγκαίνια.

Η σελίδα δεν θα μπορούσε να ανοίγει με τίποτα άλλο, πέρα από το μεγάλο γεγονός: τα πολυαναμενόμενα σε όλο τον κόσμο εγκαίνια του Μουσείου το ερχόμενο Σάββατο. Πολύ ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι το σάιτ θα προσφέρει ζωντανή αναμετάδοση της βραδιάς των εγκαινίων για όλους τους κατοίκους του πλανήτη... εντελώς δωρεάν.

Πρωταγωνιστής της ιστοσελίδας, όπως και του Μουσείου, είναι η ίδια η ιστορία του Ιερού Βράχου και της αρχαίας Αθήνας. Κάνοντας πλοήγηση στις «Συλλογές», η πρώτη εικόνα που αντικρίζει ο επισκέπτης της ιστοσελίδας είναι «Οι Πλαγιές της Ακρόπολης». Το συνοδευτικό της φωτογραφίας κείμενο εξηγεί πως η πρώτη αίθουσα του μουσείου «φιλοξενεί ευρήματα από τις πλαγιές του βράχου της Ακρόπολης».

Η φωτογραφία επιτρέπει να δούμε πως υπάρχει γυάλινο δάπεδο, αλλά το γεγονός πως αυτό «επιτρέπει τη θέαση στην αρχαιολογική ανασκαφή», μπορούμε μόνο να το φανταστούμε. Η αλλιώς, οι λέξεις μπορεί να λειτουργήσουν ως κάλεσμα ικανοποίησης της οπτικής περιέργειας. Πώς θα είναι άραγε η αίσθηση να περπατάς σε γυαλί πάνω από την ανασκαφή; Ιλιγγος; Δέος; Ταξίδι στον χρόνο;

http://media2.feed.gr/filesystem/images/20090616/low/assets_LARGE_t_420_4055265.JPG
Λιτά σχεδιασμένη, έτσι ώστε να προβάλλει τα αριστουργήματα της αρχαϊκής και κλασικής Αθήνας, ξεκίνησε χθες τη λειτουργία της η ιστοσελίδα του Νέου Μουσείου Ακρόπολης www.theacropolismuseum.gr

Πάντως, το ταξίδι στον χρόνο, από την αρχαϊκή εποχή έως σήμερα, συνεχίζεται στην ιστοσελίδα με φωτογραφία από τον πρώτο όροφο, ο οποίος κατά το ήμισυ καλύπτεται με γλυπτά της αρχαϊκής εποχής. Λίγες ακόμα υπέροχες φωτογραφίες προσφέρονται μέσω του σάιτ: άποψη του Παρθενώνα, άποψη των άλλων μνημείων της Ακρόπολης -Προπύλαια, Ναός της Νίκης και Ερέχθειο-, μέρος από τις Αλλες Συλλογές του Μουσείου, οι Καρυάτιδες κ.λπ.

Σύμφωνα με αναγγελία, μέσω της σελίδας για πρώτη φορά σε ελληνικό μουσείο εφαρμόζεται το σύστημα του e-ticketing, που επιτρέπει σε όλους, από οπουδήποτε στον κόσμο, να εξασφαλίσουν την είσοδό τους στο Μουσείο με ένα ευρώ, προσδιορίζοντας με ακρίβεια την ημέρα, ακόμα και την ώρα, της επίσκεψής τους.

Ωστόσο, μέχρι αργά χθες το απόγευμα η λειτουργία αυτή δεν ήταν διαθέσιμη. Μάλιστα, το ηλεκτρονικό αυτό εισιτήριο είναι και ο μοναδικός τρόπος εισόδου να επισκεφθεί κάποιος το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, αφού, όπως γράφεται, από την ερχόμενη Κυριακή έως και την Τετάρτη «δεν θα πωλούνται εισιτήρια στα ταμεία του Μουσείου».

Η πρωτοποριακή αυτή εφαρμογή θα διευκολύνει το Μουσείο στη διαχείριση του ωραρίου των επισκεπτών και ταυτόχρονα θα αποσυμφορήσει ενδεχόμενες ουρές αναμονής στις εισόδους του. Στην ιστοσελίδα, μπορεί ακόμα ο επισκέπτης να πληροφορηθεί για τα εκπαιδευτικά προγράμματα, το ωράριο λειτουργίας, την προσβασιμότητα, το πωλητήριο, το καφέ και το εστιατόριο.

Με μήνυμά του μας καλωσορίζει στην ιστοσελίδα ο υπουργός Πολιτισμού Αντώνης Σαμαράς: «Σας καλωσορίζουμε στο νέο Μουσείο της Ακρόπολης. 188 χρόνια από την επίσημη ανακήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας και 27 χρόνια από τη μεγάλη πρωτοβουλία της αξέχαστης Μελίνας Μερκούρη, ένα χρέος εκπληρώνεται κι ένα όνειρο πραγματοποιείται: το χρέος ενός ολόκληρου Εθνους απέναντι στην κληρονομιά του.

Και τ όνειρο της Μελίνας, που έγινε πλέον όνειρο όλων των Ελλήνων. Το Μουσείο της Ακρόπολης! Το υπέρτατο μνημείο του Αρχαίου Κλασικού Πολιτισμού αποκτά το δικό του Μουσείο - επιτέλους!».


ΤΕΤ Α ΤΕΤ ΚΑΡΑΜΑΝΛΗ - ΣΑΜΑΡΑ
«Μοναδική στέγη πολιτισμού  για ολόκληρο τον κόσμο»

Συνάντηση-συνεργασία στο Μέγαρο Μαξίμου με αφορμή τα εγκαίνια του Νέου Μουσείου Ακρόπολης πραγματοποίησαν χθες ο πρωθυπουργός κ. Κώστας Καραμανλής μαζί με τον υπουργό Πολιτισμού κ. Αντώνη Σαμαρά και τον πρόεδρο του Οργανισμού Ανέγερσης του Νέου Μουσείου Ακρόπολης, καθηγητή κ. Δ. Παντερμαλή.

«Το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης θα γίνει σε λίγες μέρες μια μοναδική στέγη πολιτισμού για ολόκληρο τον κόσμο», δήλωσε μετά τη συνάντηση ο κ. Σαμαράς. «Ηδη τα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης, θα έλεγα με πολύ θετικό τρόπο, ρίχνουν το φως τους πάνω στην Ελλάδα, πάνω στην Ακρόπολη και πάνω στα αριστουργήματα του Μουσείου. Εχουμε κάνει όλη την προετοιμασία που απαιτείται και μαζί με τον καθηγητή και πρόεδρο του Μουσείου κ. Δημήτρη Παντερμαλή ενημερώσαμε τον πρωθυπουργό για την προετοιμασία αυτή. Είμαι βέβαιος ότι όλα θα πάνε καλά».

«Εγώ θα ήθελα να πω ότι τα εγκαίνια του Μουσείου πρέπει και θα είναι λαμπρά, αλλά συγχρόνως θα είναι και οικεία, αφού εκτός από τους επισήμους, το Μουσείο για τρεις μέρες θα δέχεται τον ανώνυμο πολίτη», τόνισε ο κ. Παντερμαλής.

Σοφία Στυλιανού


ΜΑΡΙΑ ΔΑΜΑΝΑΚΗ:
Το όραμα της Μελίνας έγινε πραγματικότητα

Το όραμα της Μελίνας έγινε πραγματικότητα, δήλωσε η υπεύθυνη του τομέα Πολιτισμού του ΠΑΣΟΚ, Μαρία Δαμανάκη, εν όψει των εγκαινίων του Νέου Μουσείου Ακρόπολης.

«Το Μουσείο της Ακρόπολης ξεκινά ένα μεγάλο και ελπιδοφόρο ταξίδι στον κόσμο του πολιτισμού και της τέχνης», είπε η κ. Δαμανάκη.

«Το στοίχημα κερδήθηκε, παρά τις επιμέρους ενστάσεις για αισθητικές και τεχνικές πλευρές του έργου. Αξίζει τιμή σε όλους όσους -επώνυμους και ανώνυμους- εδώ και δεκαετίες προσέφεραν γνώση και δουλειά, ώστε το όραμα της αξέχαστης Μελίνας Μερκούρη να γίνει πραγματικότητα».

«Το νέο εμβληματικό Μουσείο της χώρας μπορεί και αξίζει να καθιερωθεί διεθνώς ως ένα από τα σημαντικότερα Μουσεία του κόσμου. Μπορεί και οφείλει να αναθερμάνει καθοριστικά την υπόθεση της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα στον γενέθλιο τόπο τους. Μπορεί και χρειάζεται να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη για την αναβάθμιση της κατάστασης και των υπόλοιπων μουσείων της χώρας και την αντιστροφή της κρίσης επισκεψιμότητας που αντιμετωπίζουν».

Πηγή: Έθνος



TOPÓNIMOS GRIEGOS EN IBERIA Y TARTESSOS
                                                                                             
                                              FRANCISCO R. ADRADOS
 
The author revises the toponyms of Greek origin in the Mediterranean coast of Spain, as well as the Greek adaptations of non-Greek toponyms. From this study some conclusions are reached on the knowledge of geographical accidents, productions and people by the Greeks from the sixth century B.C. onwards. The Ionian dialect appears in some of these toponyms.
Also the names Tartessos and Tarsis, hellenized forms of tart- / turt-, are studied: Tarsis presents the well known Ionian phonetical change -tis > -sis.
 
  1. El contacto de los griegos con Iberia y Tartessos
 
En numerosas publicaciones sobre topónimos en Iberia y Tartessos se
mencionan etimologías griegas. Pero no conozco ningún estudio sistemático
sobre los topónimos griegos: su etimología y las razones de su formación.
Naturalmente, su estudio está en relación con el tema del conocimiento de Occidente en Grecia y el de la llegada de los griegos a Occidente: a Iberia
y Tartessos, en nuestro caso. No voy, claro está, a debatir la enorme bibliografía sobre el tema, pero sí a presentar un cuadro general desde nuestro
punto de vista.
Nuestra Península comenzó a dibujarse en la imagen del mundo de los griegos a través del mito: el libro de Elvira Gangutia1 lo hace ver claramente.
Pero hay que decir una cosa: lo primero es el mito, lo segundo sulocalización en Occidente. Se trata, claro está, del mito relativo al Océano y a los paraísos y regiones infernales cerca de él situados. Ya desde Homero y, sobre todo, desde Hesíodo, aparece trasplantado a Occidente, en los confines del Océano, el mito griego, en un momento en que queda el eco de las navegaciones micénicas por todo el Mediterráneo y en que, desde el siglo VIII, comenzaron las nuevas navegaciones.
Hay que añadir, antes de seguir adelante, algo esencial: el influjo que en
estas localizaciones ejercieron los mitos mesopotámicos que buscaban en
Occidente el País de los Muertos y ponían en conexión con él leyendas
como las de Gilgamés y Ninurta.
Yo mismo y Elvira Gangutia hemos puesto en relación poemas como el Gilgamés, el Lugal-e y el Anzû con temas de las navegaciones de Odiseo y con la aventura occidental de Heracles, vencedor de Gerión2, entre otros más. Hesíodo, Estesícoro e Ibico son, tras Homero, los principales portadores de esta tradición.
Los navegantes que en la Edad Micénica y la posterior llegaban a Occidente
llevaban la cabeza llena de estos mitos sobre el Océano, los Cimerios, las bocas del infierno y las puertas del Sol, Atlas, Gerión y su acompañamiento,
las islas Eritea y Sarpedonia, el Jardín de las Hespérides, el Elisio, las Gorgonas. Estos son los primeros nombres griegos en nuestro país: nombres
míticos traídos de Grecia.
La visión de los montes Abila y Calpe localizaba las antiguas columnas
de Crono, luego de Heracles, solo comprensibles a partir del mito de la separación del Cielo y la Tierra por el propio Crono. Las islas misteriosas se
hacían sede de lugares paradisíacos, también temibles: más tarde, se buscaba
darles un asiento geográfico firme. Con ello no se hacía sino llevar más allá,
hacia Occidente, los paraísos y los terrores homéricos de las islas de Circe y
de Calipso, de las sedes de las sirenas y los lestrigones.
Se creó así, poco a poco, una mágica geografía, iniciada por Estesícoro
con su río Tartessos y su isla Eritia, donde Gerión apacentaba sus vacas.
Otro modelo es el de las sucesivas localizaciones de las Islas Afortunadas.
Pero ni el mito ni la geografía mítica son el objeto de este trabajo. Lo que
quiero señalar es que los nombres de los personajes y lugares míticos que
los poetas colocaban en Occidente (pero no solo en Occidente, algunos de
ellos), no son occidentales: son griegos, en contra de algunas propuestas4.
Abren el paso a la geografía real, a partir del siglo VII.
Griegos eran el Océano, el Céfiro que en su orilla embarazaba a la Harpía
Podarges, también griega, y ella paría los caballos de Aquiles; y las otras
Harpías, y las Hespérides. Y Briareo y Egeón y Atlas y Crono y Heracles; y
toda la parentela y el «entourage» de Gerión: Posidón y la Gorgona Medusa,
Crisáor y Calírroe, Euritión y Menetio; y Eritea ‘la roja’, que es al tiempo
una Hespéride y una isla. El perro de Gerión, con las variantes Ortro y Orto,
es también griego, sin duda. Y pienso que lo es el mismo Gerión, aunque a
partir de un pasaje de Avieno se haya intentado varias veces derivarlo de
una forma indígena5.
Efectivamente, las varias formas del gigante tricéfalo (Gyrión, Gyriónis, Gyrioneus) son griegas y la básica es la primera. Tiene paralelos estrictos
en su formación a partir del verbo (arígo, arigón, stázo, stagón, trízo, trizón, y también alazón, veón, lagkón etc.; y otras con acento en la penúltima, del tipo de fídon 6.
La dificultad que se pone es salvable. Cierto que en el mito griego Gerión no canta como las Hespérides, pero lo que sabemos sobre su naturaleza arcaica como monstruo alado, testimoniada por Estesícoro, un monstruo paralelo al Anzû mesopotámico, nos da una pista. Hay que comparar las aves estinfalias y las Harpías y hasta las sirenas, aves de muerte, y pensar en el grito aterrador del monstruo alado lanzándose sobre su presa, ni más ni menos que la Escila virgiliana y el Oceanus latrator de Avieno 390. Nótese que en Píndaro, O. 2.96 el poeta, que es el águila, invita a los «cuervos» Simónides y Baquílides a graznar vanamente contra la primera.
El Gerión clásico, con su tricefalia, que tiene paralelos indoeuropeos, es posiblemente secundario7. Ahora bien, como queda indicado, al mito de las regiones occidentales, regiones infernales y paradisíacas a las que solo acceden héroes como Odiseo y Heracles, paralelos de Gilgamés y Ninurta, recibe gradualmente, ya he dicho, una localización geográfica. Posiblemente la más antigua es la de las «columnas» de Heracles, nombre dado por los focenses al que los fenicios llamaban «estrecho de Melkart» y que en un momento se atribuyó a Crono.
Los dos montes simétricos de Africa y Europa daban la “solución” al problema mítico de compaginar la separación de Tierra y Cielo por obra de Crono y la unión de tierra y cielo en el horizonte. Pero véase más abajo.
Y luego tenemos a Estesícoro, con su isla Eritea «enfrente de las inagotables
fuentes del río Tartessos de raíces de plata»: el Guadalquivir8.
Y luego seguirán gradualmente los demás nombres geográficos. Nada extraño que los griegos, tras trasplantar a Occidente su geografía mítica y sus propios
mitos, consideraran normal ampliar esta geografía con nuevos topónimos.
Esto sucedió, naturalmente, al llegarse a un conocimiento directo de Iberia y
Tartessos.
En Hecateo, en la Ora Maritima de Avieno (que tiene fuentes arcaicas, griegas y púnicas, sea o no cierta la tesis de Schulten sobre su derivación de un periplo masaliota del siglo VI) y en fuentes posteriores desde el siglo V o IV (Ferécides de Atenas, Píndaro, los trágicos y cómicos, Scylax, Helénico y los historiadores, Platón, etc.) aparecen ya nuevas versiones de los antiguos mitos, ya topónimos más o menos reales.
Habría que hacer, para comprender esto, una historia de los contactos de
los griegos con nuestra Península. Y esto es imposible aquí. Pero recuerdo
las grandes líneas y fechas:
1. Existen huellas de navegaciones micénicas que llegaban a Sicilia y a
España, donde hay hallazgos de cerámica de esta época9.
2. A partir del siglo VIII se reanudaron las navegaciones griegas, que han
dejado huella arqueológica en nuestra Península, sobre todo en Huelva y Málaga,
y dieron origen a la escritura tartesia, quizá desde el mismo siglo VIII10, así
como a otras escrituras indígenas. He aquí algunas fechas obtenidas de fuentes
literarias:
638: llegada a Tartessos de Coleo de Samos, según Heródoto IV 152 empujado
por la tempestad (pero los datos arqueológicos son más antiguos).
c. 600: Fundación de Massalia.
c. 600-550: conocimiento de Tartessos por Estesícoro. Fundación de Emporion,
Hemeroscopion, Alonis y Mainake.
c. 540: visita de los focenses a Argantonio (Heródoto I 163).
c. 535: batalla de Alalia entre los focenses y la coalición de etruscos y cartagineses.
Tras esta batalla desapareció el reino de Tartessos, las colonias griegas
(salvo Emporion) fueron destruídas e Iberia quedó cerrada a los griegos.
Pero, en la zona Norte al menos, esto no es exacto: los plomos de Ampurias
y Pech Maho, anteriores al siglo IV, testimonian relaciones comerciales
estrechas entre griegos e indígenas. Y lo mismo, más al Sur, la creación de
la llamada escritura greco-ibérica de Levante: textos del s. IV, pero en una escritura de origen anterior11.
Este es el panorama del que hemos de sacar consecuencias para las navegaciones, los intercambios con los indígenas, los puestos comerciales, las
colonias: éstas solo desde el 600, los puestos comerciales son sin duda más
antiguos, igual que en lugares como Tell Sukas, Pitecusa, Naucratis, Al Mina,
donde hay huellas de comercio desde el siglo IX. Y, naturalmente, todo esto es el punto de partida de la toponimia griega en Iberia y Tartessos.
El hecho es que los griegos llegaban a un mundo extraño, con habitantes
de etnias diversas y de lenguas diversas. No es este mi tema ahora, pero en
Iberia y Tartessos encontramos huellas del paleoindoeuropeo, por ejemplo,
en la raíz hidronímica tur12; encontramos ligur (la palus ligustina); ibérico,
cómo no (il- ‘ciudad’, ib ‘río’, etc.); celta (los celtici, -briga, Seg-, -eburo,
-samo, etc.); un área meridional suroccidental, quizá tartesia (-uba / -oba,
-ippo, -urgi) (algunos dicen que indoeuropea); lusitano (indoeuropeo no celta)
(porcom, etc.); púnico (Cartaia, Gades)13. Imposible desenredar la compleja
situación lingüística, solo en algunos casos tenemos éxito.
Frente a este panorama, los griegos que navegaban, comerciaban y a veces se establecieron no tenían más que tres salidas: o aceptar los nombres indígenas; o adaptarlos al griego; o poner nombres griegos, aunque solo fuera para usarlos ellos, otras veces para imponerlos (en las colonias sobre todo).
En una obra como la Ora Maritima o en el mismo Hecateo hay detodo esto: y con frecuencia es muy difícil la interpretación.
Yendo ahora a nuestro tema, los topónimos griegos, pensamos que hay que distinguir casos diferentes:
a) Navegantes y comerciantes pueden poner nombres griegos a accidentes
geográficos que divisan desde el mar. Todo esto no implica el establecimiento de los griegos. Conviene estudiar de dónde tomaron estos nombres: pudieron crearlos a partir de la forma o características de los accidentes geográficos o poner nombres originales de Grecia o de Asia o traducir nombres púnicos o indígenas.
Es análogo a lo que hicieron españoles y portugueses en América.
Conviene, de otra parte, estudiar los rasgos jonios de todos estos nombres.
Pues fueron los focenses quienes primero vinieron a nuestras costas, en jonio
están escritos los plomos de Ampurias y Pech Maho y del alfabeto jonio derivó
el greco-ibérico.
b) Una variante es cuando se fundaron colonias ya con nombre griego: pero
puede aceptarse uno indígena, así en Menakí
c) Pero también es interesante el caso de nombres indígenas “adaptados” al
griego. Y esto vale también para algún nombre propio señalado, pienso en Argantonio, luego hablaré de él. Hay que ver a qué tipo de griego, dialectal o geográfico, se acudió.
2. Los topónimos griegos en Iberia y Tartessos Vamos a señalar sucesivamente los diferentes casos.
1. Nombres griegos.
Agonis en Av. 214, isla Armaçao junto al cabo San Vicente, cf. Schulten, p. 107.
 
Akra Lefkí en D. S. 25. 10, en el Tossal de Manises, cerca de Alicante. Cf. Tovar II, p. 201. El nombre latino Lucentum es probablemente una traducción del griego, pueden visitarse las ruinas de esta ciudad bien cerca de la moderna; de ahí deriva, a través del árabe, el nombre moderno Alicante.
 
Alonís en Mela 2.6, colonia al N. de Alicante, a veces (Ptol. 2.6.14) se la llama Aloné debe venir de alóni ‘era’, es también el nombre de una isla en la Propóntide. Localización dudosa, cf. Tovar II, p. 205.
 
 Argirún Óros en Strab. 3.2.11, donde introduce el pasaje de Estesícoro que habla de las fuentes del Guadalquivir Argirórizos. Para el mons Argentarius de Av. 290 cf. Schulten, p. 116 y para el Argazón más abajo.
Calacticus sinus en Av. 424 viene de Kalí Aktí. Para la localización véase THA I, p. 116; también aparece el mismo nombre en Eubea, Ptol. 3.7.24, etc. Véase más abajo sobre Kaláthi.
 
Callipolis en Av. 515, se duda entre Barcelona y Tarragona. Cf. Schulten, p. 135 y Tovar II, p. 442.
 
Calpe en Av. 344 y 348 es el peñón de Gibraltar, pero es también nombre del peñón de 14 Cito así en adelante su Iberiche Landeskunde, II 1 Baetica, Baden-Baden, 1974 (y como Tovar II el vol. II 3, Tarraconensis, Baden-Baden, 1989). Ifach, cerca de Denia. El mismo Aviano (y sch. Iuu. 14.279) lo derivan de su forma de urceus, es decir, de 6V8B0; también hay una ciudad de Bitinia de este nombre, cf. St. Byz. 349 M. Cf. Tovar I, p. 7214.
 
Cassius mons en Av. 259 es probablemente «la sierra del Pinar, mogote más alto de la sierra de Grazalema», cf. THA I, p. 85 s. (véase allí la crítica de la identificación de Schulten, p. 112 y la hipótesis de uno de los colaboradores, rechazada por otro, de identificarlo con el mons argentarius). Avieno dice que de ahí viene el nombre griego del estaño, kasíteros. Para Schulten, p. 112 es un nombre traído del mons Cassius, junto a Pelusion, en el delta del Nilo (en realidad Casius, Mel. 1.10, Plin. NH V 12- 14); yo más bien creo que este monte y el de Hispania son nombres de colonización y vienen del conocido monte Casio de Siria, cf. por ej. Plin NH V 22.18.
Lo identificaron con el nombre del estaño, pues el mons Argentarius según Av.
293 «brilla con el estaño». Cf. también, sobre el estaño arrastrado por el río Tartessos, Av. 297, St. Byz. y Scymn. 164 (de Eforo: habla de estaño, oro, bronce); igual dice Eustacio in D.P. 337 del Baitis. Pero es la plata, ya he dicho, el metal que desde Estesícoro aparece más frecuentemente unido a Tartessos.
Cetaria, de kítos H, cerca de Tarifa, en Ptol. 3.4.2. Cf. Tovar I, p. 69. También en Sicilia, Ptol. 3.4.2.
 
Cherroneso  en Str. 3.4.6, quizá Peñíscola. Cf. Schulten, p. 134 y Tovar II, p. 290.
 
Chrysus, en Av. 419, es el río Guadiaro, cuyo nombre indígena es Barbesula, cf. Schulten, p. 125.
 
Cypsela en Av. 527, es gr. ‘arca’. Quizá Ullastret. Cf. Tovar II, p. 464.
 
Emporiae, Emporium (Ampurias), falta en Av. Cf. Tovar II, p. 429 ss..
 
Erebea: la palus Erebea de Av. 244, junto al iugum y al sacrum infernae deae fanum, es leída así por Schulten, p. 109 (de Érevos), la coloca en la desembocadura del Tinto, compara la Áornos Límni de Sud.; pero THA I, p. 83 mantiene el Etrephaea de los mss.
 
Erythia, ya hemos hablado de esta isla, ya mítica, ya localizada variamente. Es la ‘isla roja’, como la mítica Isla blanca del Ponto Euxino. La más antigua mención es en Hes. Th. 982.
 
Gerontis arx en Av. 263 «de antiguo nombre griego» es, como dije, gérontos ‘del viejo’, es decir, de Crono, próxima al templo de este dios (Strab. 3.5.3), cerca de la isla de Sancti Petri. Cf. THA I, p. 86.
 
Gymnesia en Av. 467 (Ibiza). Se refiere sin duda a los honderos o gimnítes,
H, cf. Tovar II, p. 252.
 
Herma, esto es, ªérma" ‘escollo’, relativo en Av. 323 a los bajos junto al cabo Trafalgar, pero también ha dejado huella en Africa, donde el Cabo Espartel es Érmea ákra", cf. Schulten, p. 120 y THA II, p. 42
Hemeroskópion (donde se ve el sol, Denia) en Av. 476, St. Byz., p. 133; en latín es Dianium por un templo de Afrodita (así ya Str. 3.4.6. Cf. Tovar II, p. 207.
 próxima a las Columnas de Hércules según Artemidoro, fr. 10. Hirídanos en Iberia en Esquilo, fr. 73a, Ferécides 16a, lo niega Hdt. 3. 115. Más bien
pertenece a la geografía mítica.
 
Kassiterídes, las ‘islas del estaño’ desde Hdt. 3. 115. Sea cual sea su localización precisa, el nombre viene de los navegantes focenses que iban a Tartessos; es palabra griega préstamo del elamita. Véase a propósito del mons Cassius.
 
Kromiúsa" «isla de Iberia» en Hecat. 51: una ‘isla cebollera’ que quizá sea Mallorca, cf. Tovar II, p. 254.
 
Leukás Pétri, lugar mítico junto al Océano en Od. 24.11 localizado variamente en ‘cabos blancos’ de Africa y España, así en el peñón de Gibraltar, también en Leúcade y otros lugares. Cf. THA II, p. 42 y Tovar I, p. 69 sobre el portus albus, Algeciras. Se propone Menorca, cf. Tovar II, p. 254.
 
Milúsa en Hecat. 52 (isla de Iberia no identificada). Quizá sea ‘rica en ganado’,
Eumilos es uno de los reyes de la Atlántida platónica. Se propone Menorca, cf.
Tovar, II, p. 254.
 
Mísgites o ‘mezclados’, pueblo ibero en Hecat. 50
 
Mnesthei portus en Str. 3.1.9 y otros lugares se localiza en el Puerto de Santa María, cf. Tovar I, p. 50.
 
Molivdíni en Str. 44, ‘la ciudad del plomo’ en los Mastienos.
 
Onússa u Oinúsa (¿abundante en asnos? ¿en vides?) Peñíscola, cf. THA II, p. 139, n. 483; pero se propone una lectura Oinússa, que sería Cartagena, cf. Tovar III, p.290.
 
Ophius(s)a, ‘abundante en serpientes’, en Av. 148, 152 es el cabo Roca para Schulten, p. 99, o toda España para THA I, p. 67, o Formentera según otros, cf. Tovar II, p. 243.
 
Pitiússa es el nombre que de Av. 435 parece deducirse para el cabo Sabinal, coincide con el nombre dado a Ibiza y Formentera. Cf. Schulten, p. 127 y Tovar II, p. 243.
 
Rhode en Mela 2.89, Pl. NH 3.33, etc., en lat. Roda, Liu. 34. 8: Rosas, también en epígrafes monetales. Cf. Tovar II, p. 463. Cf. la -0 jonia y la latinización en  -a.
 
Sarpidonía, la isla Sarpedonia de Stes. 183 la busca Schulten, p. 183 en Tartessos. Hay un cabo Sarpedonio en Tracia (Hdt. 7.58, S., fr. 45 R.).
Skomvraría Ákra, nombre dado por Ptol. 2.6.14 al cabo de Palos.
Stíle ‘las columnas’ (de Crono, de Briareo, de Egeón, de Atlas o de Heracles), así nombradas desde la Titanomaquia del s. VII a. C. (cf. THA II, p. 52 s.) Pero ya desde Homero (Od.1.53) se habla de los Kíones que separan en cielo y la tierra y son sujetados por Atlas. Cf. THA II, p. 48.
 
Strongyle insula  en Av. 453 es para Schulten, p. 129 la isla Gruesa, junto al Mar Menor.
 
Tingentera, en Pomp. Mela, cerca de Algeciras, interpretada como ‘la otra Tingi’, cf. Tovar I, p. 129.
 
Trete en Av. 452 designa el Cabo de Palos; Schulten, p. 129 lo entiende como una Taití ákra, paralela a un monte Tritón en Argos, cf. THA I, p. 124.
 
Ulisi en CIL 2.5498, 5499, quizá cerca de Loja y relacionado con Odisseo, Str. 3.4.3; sobre Artemidoro, cf. Tovar I, p. 135.
 
Xera en St. Byz. 481 (de Teopompo) «junto a las columnas de Heracles». Cf. Tovar I, p. 73.
 
Jaridímu ákra es el nombre que da Ptol. 2.4.7 al cabo de Gata (fanum y iugum Veneris en Av. 437).
 
Jirádes ‘escollos’, referido al N. de Mallorca y Menorca en Timeo en Tzetz. ad Lyc. 633. Cf. Tovar II, p. 251.
 
Respecto a esta serie de nombres griegos pueden hacerse varios comentarios:
 
a) No son diferentes de otros nombres griegos en Occidente: Sicilia, Italia,
Sur de la Galia, Africa. Muchos son, ya se ha notado, nombres de colonización,
traídos de Grecia o Asia Menor, sobre todo de esta última: llamo la atención
sobre Alonís, Calacticus, Calpe, Cassius mons, Cetaria, Cherroneo, Leukí pétri,
Rhode, Treta; incluso de Europa “Hirídanos”. Y sobre -ussa, tan frecuente en la colonización más antigua y sobre todo en la de los focenses.
 
b) O bien son tomados de las características del lugar: costa o roca bella,
blanca, agujereada, seca, ‘en forma de cántaro’ o ‘arca’, ‘escollo’; isla roja, redonda; península. O bien de los minerales o plantas: estaño, oro, plata, plomo; pinos, cebollas, ganado (?); escombros, serpientes. O lugar oscuro o “infernal”:
 
Erebea. También hay referencias míticas (a Crono, Odiseo, Sarpedón, Mnesteo)
o un posible descubridor (Caridemo). O simplemente, a los habitantes (desnudos, mezclados) o su actividad (‘mercado’). O a la situación geográfica (Tingentera,Hemeroskopion).
 
c) Hay que añadir que los topónimos griegos presentan rasgos jonios, cosa
normal en las fuentes en que aparecen: así Alívi, Ericía, Leukí, Molivdíni, pétri; pero también en el texto latino de Avieno hay Strongyle, Trete (y fuera de él, Rhode).
Todos los textos griegos hablan de kassíteros , kassiterídes, con la –ss jonia.
Ahora bien, textos griegos tardíos introducen formas áticas o de koiné
Ákra, argirún, Skomvraría, Ksirá y esto es lo frecuente en los textos latinos
(Cetaria, Chrysus, Erebea, Erythea, Gymnesia, Tingentera).
Como se ve, las creaciones toponímicas son paralelas a las de españoles
y portugueses en América: nombres míticos y religiosos, referencias geográficas o a las poblaciones, nombres de los descubridores, adaptaciones de nombres indígenas (conservados otras veces).
 
Nombres traducidos al griego.
 
Bien así transmitidos, bien a través del latín de Avieno u otros autores,
tenemos nombres griegos que son traducciones de otros anteriores: púnicos
o indígenas. Así en Avieno 115 el cabo de Saturno (cabo Segre), al que hay
que añadir el templo de Crono (gerontis) de que ya hablamos.
 En Av. 225 hallamos el «monte consagrado al Céfiro» (según Schulten, p. 108, el monte Figo). Pero son sobre todo notables los cultos de Venus, es decir, de la Afrodita griega y, más allá, de Tanit u otras divinidades: aparte del de Av.
158 (el cabo de Higuer), tenemos Av. 437, 443 (cabo de Gata); y la isla de
Venus Marina (Av. 315), según Schulten, p. 119, la isla de San Sebastián
junto a Cádiz.
 No se ve bien cuál sería el nombre griego (¿Perséfone?) de la diosa del iugum deae inferae, Av. 241: Schulten, p. 109 la coloca junto a la Rábida, al lado de la palus Erebea. En cuanto a la isla de la Luna (Av. 367), suele identificársela con la Noctiluca de Av. 429. Pero cf. dudas en THA II, p. 107, en todo caso son islas de la bahía de Algeciras. Noctiluca es sin duda una traducción del griego niktifaís o niktifanís, epítetos de la Luna; y esta palabra traduce a su vez una indígena.
 
 Nombres adaptados al griego.
Los griegos conservaron nombres indígenas, por ejemplo, el de su colonia
Menáki. y recogieron nombres indígenas de pueblos y lugares, son frecuentes
en Hecateo, las fuentes de Avieno, etc. Pero después de lo dicho no puede extrañar que en otros casos adaptaran a su sistema toponímico raíces indígenas. Vamos a examinar los casos de Abdera, Alívi, Arganzónios, Baliaricae, Carteia, Évissos, Kaláci, Kinítes, Saguntum, Tartissós.
 
Ávdira es en Str. 3. 4.3, Ptol. 2.4.7 Adra, en Almería, nombre púnico sin duda remodelado sobre la Abdera de Tracia.
 
Alívi en Il. 2. 857 («de muy lejos, de Alibe, donde está el solar de la plata»), cf. Od. 24.304 Alívas, que es un monte según S., fr. 994). Desde antiguo se ha relacionado con el estrecho de Gibraltar. De Alívi serían calcos o traducciones el Argirún óros y equivalentes de que se habla más abajo. Cf. THA II, p. 9 ss. Pienso que pertenece más bien a la geografía mítica; y que es, cuanto más, una helenización (con -i o -nt de una palabra no griega.
 
Arganzónios, el mítico rey de Tartessos en Hdt. 1. 163 y otros lugares, suele ponerse en relación con el nombre de la `plata', que según J. Untermann15 es en celta argant-. Pero creo que esta palabra fue puesta en conexión con el monte Arganzón en Bitinia A.R.1.1178), también Arganzóni, monte y río en Misia y con derivados -,eios, -íos
Encontramos, una vez más, un topónimo traído de Asia por la similitud del nombre con una palabra indígena, la que se refleja de uno u otro modo en Alívi, Argirún óros, Mons Argentarius. Baliaricarum ... insularum en Av. 471 corresponde al #"884"D*,H de D. S. 5.17 y otras variantes, cf. Tovar II, p. 252. Todos los estudiosos concuerdan en que aquí subyace una etimología popular de un término indígena, a partir del griego válo `lanzar (piedras)' (ya así D. S. 5.7 y otros, cf. pasaje citado de Tovar y THA I, p. 132 s.).
 
Carteia, a veces confundida con Tartessos, era, según App., BC 2.101 «una ciudad griega». Hay una raíz púnica y una terminación griega, igual en las variantes Karpissós, Karpía, Karpíia, cf. Tovar I, p. 70 s.
populi Cynetum y Cyneticum iugum en Av. 201 son el mismo pueblo, al Oeste de Tartessos y hasta el Océano, al que Heródoto 2. 33 llama Kínites y Kinísii,
Herodoro de Heraclea 2a Kínites cf. St. Byz. 5L<0J46`<; pero Polibio 10.7.75 y
otros dicen Kónii, de ahí topónimos como Conimbriga y Conistorgis, a más de
étnicos como Couneidoqum y Couneancum, cf. Schulten, p. 105 s. y THA II, p. 233.
Es un pueblo sobre cuyo carácter étnico hay varias hipótesis, pero cuyo nombre, en todo caso, ha sido claramente adaptado al griego de una manera secundaria. Hay seguramente un cruce con Kinigitís ‘cazador’.
 
Évissos , cf. Ptol. 2.6 y Tovar I, pp. 278-79: helenización de pún. 'YBSM (Ibiza).
5"8V20 en Hecat. 39 es una ciudad «no lejos de las columnas de Heracles» y proviene de Eforo, que dice Kalazússa (hay otra en el Ponto), parece una refección griega (minorasiática) de un término indígena, hecha sobre 5"8¬ •6JZ, de que ya hablé. Cf.Tovar I, p. 73.
 
Ligyes en Av. 613 es forma griega frente a la latina Ligures en 628, Ligustinus lacus en Av. 285 puede ser lo primero o lo segundo.
 
Saguntum. Esta ciudad, que en las monedas es Arse, tiene una forma helenizada con el
sufijo prehelénico -<2-, frecuente en Asia Menor y en Grecia16. Se escribe Zákinzoa, Zákanza, -V6"<2", asímilándolo a Zacinto, a partir de cuya isla fue fundado según Str. 3.4.6: pura especulación etimológica.
 
Theodorus en Av. 456 es la helenización del río Tader, el Segura: el propio Avieno llama la atención sobre la aparición de un nombre griego en un territorio «feroz y bárbaro».
 
5. Tartessos
Pertenece, en realidad, al apartado anterior: nombres adaptados al griego.
Pero lo pongo aparte para tratarlo con mayor extensión Tartissos, el nombre del Guadalquivir desde Estesícoro 184 y SLG 7, según lo identificaba ya nuestra fuente, Estrabón 3.2.11, y luego nombre de una ciudad (cf. Av. 290, 297, etc.) y de un reino, el de Argantonio17, es reconocido universalmente como una forma helenizada en -issos sufijo prehelénico frecuente en Grecia, pero más aún en Asia Menor18.
Por supuesto, no me voy a ocupar aquí de la historia, lengua y cultura de
Tartessos19; ni de las dudas, creo que infundadas, de algunos, sobre la
localización en nuestra Península de su otra forma, la Tarshish bíblica20.
Pero lo que sí es claro es que, haya sido o no su lengua indoeuropea, minorasiática incluso, como a veces se ha propuesto, el antiguo nombre del
Guadalquivir, tar (alargado en tart) es una raíz hidronímica paleoindoeuropea
existente en toda Hispania e incluso en otros lugares del mundo europeo.
Alternan tur/turr y también tar/tarr. Hay amplios estudios de F. Villar y también yo me he ocupado de ella, así como del problema del vocalismo21.
Sea cierta mi hipótesis o no, lo claro es que hay una forma previa sin vocal y
una vocalización secundaria, en dos sentidos diferentes, de la *.
Sin entrar, insisto, en el detalle, es claro que la raíz de Tartessos coincide
con la de Turta, Turdetania, etc. (y ríos Turia, Tortiella, etc.), ni más ni menos
que como hay una antigua Turiaso frente a Tarazona. Pienso que la
Baeturia, derivada del nombre del Baitis (cf. Baelo, Baesipo, Baitulo), representa la unión de un término paleoindoeuropeo tur y uno ibérico bae para
designar el río: he estudiado cómo un nombre de sustrato que ya no se entendía en un momento dado, era aclarado mediante la yuxtaposición de una
forma lingüística de un estrato más moderno, así en Turodanum, Torraguas,
Guadiana, etc. Pero no puedo entrar aquí despacio en este tema. Baítis, Baetis es posiblemente una adaptación griega.
El caso es que hemos de pensar que los griegos derivaron de un tart, extraño para su sistema fonético y morfológico, la forma Tartissós, como los romanos derivaron de tur, turt las formas Turduli, Turdetani, etc. La forma indígenas Túrtus la testimonia Artemidoro (en St. Byz., s.u. Tartitanía, también hay Turta (en Catón, Orat. 1.18.19); y hay una propuesta *Tertis, menos segura22. Es caso es que por primera vez aparece en Livio, a propósito de la historia del año 220, la forma Turdetani, que sustituirá a la de Tartessus, que aparece aún de cuando en cuando (así en el mismo Livio 23-26, sucesos del 216). Villar supone que lleva un vocalismo más reciente.
Ahora bien, hay variantes con -s o -sh: en las formas hebreas y asirias de
que trato a continuación; también, en fuentes greco-latinas, la Marsía, Tarsíion de Polibio 3.24.1 que M. Koch supone que es un lat. Tarseiom (G.pl.) no entendido y que a su vez procede de un nombre fenicio-púnico (se trata del texto del primer tratado entre Roma y Cartago). Algo semejante se piensa de los Cersíte (Tartesios, Turdetanos) de Polibio 3.33.
 No estoy seguro de estas explicaciones: en todo caso, en la toponimia de Hispania no hay huella de la ampliación con -s de la raíz.
Esta -s aparece en las formas hebreas (Tarshish) y asirias (Tarsisi) de la
región occidenteal que, ya dijimos, debe identificarse con Tartesos23. Quiero
ofrecer a continuación una hipótesis sobre estas formas.
Presento antes, brevemente, hipótesis existentes. Schulten partía de una
raíz etrusca, lo que nadie ha aceptado, pero sí algunos la posibilidad de una
fricativa final -y que podía entenderse ya como silbante ya como oclusiva
dental. La otra hipótesis es la de M. Koch: parte de una raíz indígenas con
dos variantes, habla de «die trs/trt Leute». Esto en cierto modo coincide con
nuestra posición, las vocalizaciones pueden ser secundarias. Pero choca en
un obstáculo: no hay formas con -s en la toponimia, sólo con -t (y -d, un
derivado).
Tarshis (hebrea, aparece en la Biblia en relación con «las naves de
Tarshish») y Tarsisi (asiria). La cita bíblica más antigua es de c. 730 (Isaías)
y otras llegan a época helenística24. Bien que a veces se refieren a fecha más
antigua, la de Salomón, en que una alianza entre éste y Hiram de Tiro les
llevó a construir «naves de Tarsis»: es decir, naves de comercio que habían
tomado su nombre de las anteriores navegaciones a Tartessos y que ahora se
usaban variamente.
En todo caso, cuando hay referencias contemporáneas estamos a fines
del siglo VIII (Isaías) y VII (la inscripción de Asharadón, 671). Y se nos
habla de navegaciones por el Mediterráneo y se califica a Tarshish de hijo
de Yawán (Grecia), igual que Kittim (Chipre). Hay en estos textos, en
efecto, huellas de navegaciones tirias, en efecto, ya en el siglo X y luego a
partir del VIII: una línea de comercio Tiro-Tartessos.
Pero vuelvo al problema lingüístico: la forma con -shi, que viene sin duda desde antiguo, pero que los griegos decidieron rechazar, aceptando, igual que luego los romanos, la -t final de la lengua indígena (los romanos, con otro vocalismo).
Pues bien, la única manera, pienso, de interpretar la alternancia -t- / -s es
notar que esta -s aparece ante -i y que podemos pensar que la vía de entrada
de -si es la evolución griega -ti > -si. Esta evolución, comenzada ya en el
segundo milenio en micénico y en el dialecto épico, se difundió (aunque
nunca totalmente) en jónico-ático, arcadio, chipriota y lesbio.
O sea: antes de la forma helenizada en Tartissós hubo otra forma, también
helenizada, en -tis (como la del Baetis, por ejemplo), que los griegos llevaron a Oriente quizá desde el siglo X o antes, en época micénica.
 Buen testimonio, a añadir a los arqueológicos, sobre las antiguas relaciones de micénicos y tartesios25. Y de fenicio y griegos, desde luego: pues fueron
aquéllos los que difunderon la palabra.
La objeción que podría ponerse es la de por qué no se conservó esta forma en los textos griegos.
 Aparte de que pueden quedar huellas antes mencionadas, lo claro es que en su gran época de navegaciones ya solitarias por Occidente, desde el siglo VIII, prefieron dar nombre al gran reino de Occidente con el sufijo que la colonización ponía ahora de moda: Tartissós. Es la época en que, sin duda, fundaron allí un emporion26.
Extraña historia: una forma indígena helenizada con -ti, como tantas
otras, prestada a los fenicios, difundida por éstos, sustituída por la nueva
forma helenizada Tartissós, luego ésta por la forma latinizada Turdetania.
 
 Conclusiones
El estudio de los nombres míticos que lleva un pueblo colonizador y el
de los topónimos que, para uso propio o para quedar establecido, impone a
las nuevas tierras, tiene un interés tanto para el conocimiento de éstas como
para el de las circunstancias históricas: cómo ese nuevo mundo era visto por
los recién llegados, qué traían de sus tierras lejanas y trataban de implantar
aquí para no sentirse tan solos, cómo veían el nuevo mundo a que llegaban.
Los topónimos reflejan aquello que traían y aquello que buscaban, ilustran
sobre la mezcla de religiones y culturas.
Así es, ni más ni menos, en el caso de los nombres que traían o que inventaban
o copiaban los griegos, a veces traduciéndolos o adaptándolos a su lengua. Traían sus dioses y mitos, sus topónimos griegos o minorasiáticos, se alegraban ante los productos vegetales y minerales que buscaban, identificaban el nuevo mundo con el suyo mediante traducciones y adaptaciones.
Era un mundo nuevo del que no tenían más remedio que tomar nombres y cosas, pero que trataban de asociar a la esfera helénica, fundirlo con ella.
Ciertamente, antes de llegar a Iberia y Tartessos los griegos habían navegado,
comerciado, establecido colonias en el Mediterráneo. Este fue un nuevo paso, sobre los mismos principios sentados desde antes, pero en un territorio nuevo en su geografía, su cultura, sus pueblos, sus productos, sus lenguas.
Y ello desde la edad micénica, pero luego, sobre todo, desde el siglo VIII.
Comenzó este proceso con ensayos míticos y lingüísticos y con los contactos comerciales y humanos que les acompañaron, la helenización de Hispania, precedente de su romanización. Aquí he querido dar algunas luces, desde el punto de vista de la toponimia, que pueden ayudar a ilustrarla.
Hay que añadir a todo esto unas consideraciones cronológicas. Fundamentalmente, los topónimos griegos nos hacen remontar a un tiempo comprendido, aproximadamente, entre el viaje de Coleo (c. 630), que abre
nuestra Península a los griegos, y la batalla de Alalia (535), que se la cierra,
con ciertas excepciones. De ahí que nuestras fuentes sean fundamentalmente
Estesícoro, Avieno, Ferécides y Hecateo, así como datos tomados de aquí en
escritores posteriores.
Es interesante notar que, si bien una parte de este vocabulario, el griego
(tipo Calpe, Emporion) y las adaptaciones al griego (tipo Baetis) se conservó,
en mayor medida no fue aceptado: se trataba de nombres que daban a
ciudades, pueblos y accidentes geográficos los navegantes y comerciantes
griegos, simplemente.
Pero es interesante como testimonio del jonio de aquellos tiempos y,
también, del conocimiento de los griegos, ya de esa época, sobre minería,
productos, geografía y etnología de Hispania.
Ahora bien, Tartessos y Tarsis, formas helenizadas, nos hacen remontar más atrás: sin duda, al período en que griegos y fenicios comerciaban juntos en Andalucía, al período, a partir del siglo VIII, testimoniado por la arqueología.
En otros casos, el terminus post quem es dudoso: el viaje de Coleo es sólo una precisión aproximada. Pero es bien posible que otros nombres griegos  o helenizados sean posteriores: una cronología relativa es con frecuencia imposible, como ya dije.
Para los griegos micénicos y arcaicos, e incluso para los posteriores, Sicilia era como América para los españoles, Hispania era como Oceanía. A ésta llevaron nombres como Guadalcanal. Traían sus nombres geográficos y míticos, inventaban otros sobre datos diversos que se les venían a la vista, adaptaban otros indígenas.
Son nombres que a veces se difundieron e implantaron, otras veces eran usados por los solos griegos. Los nombres indígenas resurgieron con frecuencia y se añadieron los romanos (con frecuencia traducciones del griego, así Lucentum). Pero la toponimia griega que hemos estudiado no deja de tener interés tanto desde el punto de vista de la lengua griega arcaica, como desde el propiamente histórico.
 
 
--------------------------------
1 Me refiero a Testimonia Hispaniae Antiquae II A (J. Mangas y D. Plácido eds.), La
Península Ibérica en los autores griegos: de Homero a Platón, obra de E. Gangutia (con una
edición de las inscripciones griegas, obra de H. Rodríguez Somolinos). En adelante es citado
como THA II.
EMERITA. Revista de Lingüística y Filología Clásica (EM) – LXVIII 1, 2000 pp. 1-18
2 Cf. mi «Propuestas para una nueva edición e interpretación de Estesícoro», Emerita
46, 1978, pp. 251-299; y E. Gangutia, «Gerioneidas: desarrollo literario griego en contacto
con el próximo Oriente», Emerita 66, 1998, pp. 231-256. En ambos artículos se recoge la
abundante bibliografía sobre el tema.
3 Cf. M. Martínez, Canarias en la Mitología, Madrid, 1992; y Las islas Canarias
Antigüedad, Tenerife, 1996.
4 Muchos estaban localizados, en el origen, en Oriente, hubo un proceso por el que
gradualmente fueron trasladados a Occidente. Cf. L. García Iglesias, «La Península Ibérica y
las tradiciones griegas de tipo mítico», AEspA 139-140, 1979, pp. 131-140; C. G. Wagner,
«Tartessos y las tradiciones literarias», Rivista di Studi Fenici 14, 1986, pp. 201-228.
5 Cf. Ora Maritima 263, 304: Avieno propone que de la arx gerontis viene el nombre
de Gerión; A. Schulten, Avieno. Ora maritima, Barcelona, 1955 (en adelante: Schulten), p.
113 cree que la verdad es al contrario. Creo que la arx gerontis es ‘la fortaleza del viejo’, o
sea, de Crono: cf. Estrabón 3.5.3 y J. Mangas y D. Plácido (eds.), Testimonia Hispaniae
Antiquae I. Avieno. Ora Maritima, Madrid, 1994 (en adelante: THA I), p. 86 sobre el próximo
templo de Crono. Véanse varias interpretaciones del nombre de Gerión en E. Gangutia, THA
II, p. 68; se inclina (p. 69) a derivarlo de un nombre no griego.
6 Cf. P. Chantraine, La formation des noms en grec ancien, París, 1933, p. 158 ss.
9 Cf. bibliografía en mi «9L246XH, μL60<"^6XH 6"4 Fb(PD@<,H J@L{?μZD@L 2"8"FF@-
B@D,H FJ0< ?*bFF,4"», en OMHRIKA, Ítaca, 1998, p. 24 ss. También M. Bendala Galán,
«Las más antiguas navegaciones griegas a España y el origen de Tartessos», AEspA 139-140,
pp. 33-38, quien cree en navegaciones antiguas a España de gentes de raigambre griega y en
un componente griego en la génesis de la civilización tartésica.
10 Sobre el eco de estas navegaciones en la Odisea, véase mi artículo citado en la nota
anterior. Sobre la colonización griega en España y el origen de las escrituras locales, mi Historia
de la Lengua Griega, Madrid, 1999, pp. 66 y 72, con bibliografía; también E. Gangutia,
«Hecateo y las inscripciones griegas más antiguas de la Península Ibérica» Archivo Español
de Arqueología 72, 1999, pp. 3-14.
11 Cf. la edición de los plomos por H. Rodríguez Somolinos, en el tomo publicado conjuntamente
con E. Gangutia antes citado (THA II), p. 333 ss. Sobre esos contactos comerciales
y la escritura greco-ibérica, cf. J. de Hoz, «Epigrafía griega de Occidente y escritura grecoibérica
», en ?3 !CO!3?3 +77/;+E EI/; 3EA!;3!, Atenas, 1998, pp. 181-196; «Koiné sin
Alejandro: griego y lenguas anhelénicas en el Mediterráneo occidental durante la época
helenística», en La koiné grecque antique III (C. Brixhe ed.), pp. 119-136, con bibliografía.
12 Cf. sobre todo F. Villar, «Termes, Tarraco, Turiasu», Beiträge zur Namenforschung
28, 1993, pp. 301-1339; «Los topónimos de la serie tur-», en Estudios de Celtibérico y de Toponimia
prerromana, Salamanca 1995, pp. 199-244; y «Indoeuropeos y no indoeuropeos en
la Península Ibérica» (en prensa); también mi «Precelta, celta y latín en la toponimia
hispánica» (en prensa). La raíz tur- ‘fuente, río, agua’ está en Turta, Turdetani, etc., creo que
en Baeturia); y está emparentada con tart- (en Tártisos), véase más abajo.
13 Tras mucha bibliografía, cf. F. Villar, «Las lenguas de la Hispania prerromana», Nova
Tellus, 14, 1996, pp. 153-191.
7 Cf. E. Gangutia, l. c., p. 237, n. 19 (que cita mi «El mito indio en la perspectiva del
mito indoeuropeo», Estudios sobre la Antigüedad en Homenaje al profesor Montero Díaz,
Madrid, 1989, pp. 66-81).
8 La plata de Tartessos es el gran tópico, véase más abajo a propósito de z!8b$0, del
•D(LD@Ø< ÐD@H, etc. Pero la plata de Tartessos la conocemos también por las fuentes hebreas,
por ejemplo Jeremías 10.7-9. Y, por supuesto, por la investigaciones mineras actuales, cf. J.
Fernández Jurado, «Economía Tartésica: minería y metalurgia», en Huelva en su Historia,
Sevilla, 1986, pp. 149-170.
 
y la escritura greco-ibérica, cf. J. de Hoz, «Epigrafía griega de Occidente y escritura grecoibérica
», en ?3 !CO!3?3 +77/;+E EI/; 3EA!;3!, Atenas, 1998, pp. 181-196; «Koiné sin
Alejandro: griego y lenguas anhelénicas en el Mediterráneo occidental durante la época
helenística», en La koiné grecque antique III (C. Brixhe ed.), pp. 119-136, con bibliografía.
12 Cf. sobre todo F. Villar, «Termes, Tarraco, Turiasu», Beiträge zur Namenforschung
28, 1993, pp. 301-1339; «Los topónimos de la serie tur-», en Estudios de Celtibérico y de Toponimia
prerromana, Salamanca 1995, pp. 199-244; y «Indoeuropeos y no indoeuropeos en
la Península Ibérica» (en prensa); también mi «Precelta, celta y latín en la toponimia
hispánica» (en prensa). La raíz tur- ‘fuente, río, agua’ está en Turta, Turdetani, etc., creo que
en Baeturia); y está emparentada con tart- (en Tártisos), véase más abajo.
13 Tras mucha bibliografía, cf. F. Villar, «Las lenguas de la Hispania prerromana», Nova
Tellus, 14, 1996, pp. 153-191.
14 Cito así en adelante su Iberiche Landeskunde, II 1 Baetica, Baden-Baden, 1974 (y
como Tovar II el vol. II 3, Tarraconensis, Baden-Baden, 1989).
15 «Arganto- ‘Silber’ in Keltiberischen», Indogermanica Europaea, Graz, 1989, pp.
431-450. Antes en el mismo sentido A. Schulten 1945, p. 8.
16 Cf. mi Historia... cit., p. 45.
17 Cf. sobre este tema M. Fernández-Miranda, «Algunas incógnitas y controversias en la
investigación sobre Tarteso», en Los enigmas de Tarteso cit., pp. 91-102.
18 Incomprensibles las dudas de L. García Iglesias, art. cit., p. 139, dentro de una posición
escéptica sobre los viajes de los griegos. Que el sufijo sea indoeuropeo o no, no es la
cuestión, el caso es que fue extendido ampliamente por la colonización griega. -ussa sí es
propiamente griego de origen indoeuropeo, difundido también ampliamente.
19 Cf. entre otra bibliografía: A. Schulten, Tartessos, 2a ed., Madrid, 1945 (1a ed., Hamburgo,
1922); J. Mª. Blázquez, Tartessos y los orígenes de la colonización fenicia en Occidente,
Salamanca, 1968; M. Bendala, art. cit.; F. Villar, «Las lenguas de la Hispania prerromana
», Nova Tellus 14, 1996, pp. 153-192; J. de Hoz, «La escritura en el mundo de Hesíodo»
(en prensa). Y varios artículos en Los enigmas de Tarteso (J. Alvar - J. Mª. Blázquez eds.),
Madrid, 1993.
20 Su situación en Occidente está claramente establecida por J. Alvar, tras un detenido
estudio de los textos bíblicos y asirios, cf. sus «Aportaciones al estudio del Tarshish bíblico»,
Rivista di Studi Fenici 10, 1982, pp. 211-213; su identificación con Tartessos, por M. Koch,
Tarshish und Hispanien, Berlín, 1984, tras un estudio independiente de los mismos.
21 Cf. F. Villar, «Los topónimos de la serie Tur-», en Estudios de Celtibérico y de
toponimia prerromana, Salamanca, 1995, pp. 199-244; «Termes, Tarraco, Turiasu», BNF 18,
1993, pp. 301-339; «Los nombres de Tartesos», Habis 26, 1995, pp. 243-270. Y mi trabajo
«Precelta, celta y latín en la hidronimia castellana: sobre tur / turr, adrado- y danom» (en
prensa).
22 Cf. M. Koch, ob. cit., p. 112. Sobre todo el tema véanse los trabajos ya citados de F.
Villar, «Los topónimos...» y «Los nombres de Tartesos», también el mío «Precelta...».
23 Aunque desde fecha antigua hay dudas e hipótesis varias y los traductores de la Biblia
(los LXX) ya dicen 1VDF4H, ya cosas más o menos extrañas: «el mar», «Cartago», «Tarso». Ya
dí la bibiografía pertinente para la identificación con Tartissós.
 
24 Véase J. Ma Blázquez, Tartesos y los orígenes de la colonización fenicia en
Occidente, Salamanca, 1968, p. 15 ss.; y antes Schulten, p. 173 ss. También los trabajos ya
citados de J. Alvar y M. Koch. La documentación completa sobre las formas del nombre
puede encontrarse en el Apendice de Ma M. Miró a Los enigmas de Tarteso cit., p. 204 ss.
25 Sobre los influjos protoorientalizantes y de los pueblos del mar, anteriores a los
fenicios, véase ahora J. L. López Castro, «Difusionismo y cambio cultural en la prothistoria
española: Tarteso como paradigma», en Los enigmas de Tarteso cit., pp. 39-68. Este influjo
oriental arcaico se ve también en la «sociedad palacial», estudiada por M. Almagro Gorbea en
«Tarteso desde sus áreas de infleuncia: la sociedad palacial en la Península Ibérica», en Los
enigmas de Tarteso cit., pp. 139-161.
26 Cf. D. Plácido, «La imagen griega de Tarteso», en Los enigmas de Tarteso cit., pp.
81-89.
 
 
 
 
 
 
 Τό  "Πιάτο του Νώε" και η γραμμική Πελασγική γραφή, Μητέρα κάθε γραφής
El  "Plato de Noé" y la escritura lineal de los Pelasgos, madre de todas las escrituras


 


Βρέθηκε ένα μοναδικό αντικείμενο -απόδειξη γιά τήν ύπαρξην ελληνικού αλφαβήτου πριν από τόν κατακλυσμό !
 
Σε κάποιες περιπτώσεις , οι επιστήμονες αποδέχονται ή αναγκάζονται να αποδεχθούν τελικά τα νέα δεδομένα, κάτω από τό βάρος τών αποδείξεων καί τών αναμφισβητήτων στοιχείων καί σε κάποιες άλλες τά στοιχεία αυτά θάβονται κυριολεκτικώς σε κάποια αποθήκη καί περνάνε στήν λησμονιά, γιά να μην χαλάσουν  το "βόλεμα ορισμένων". 

Se ha descubierto un único objeto que evidencia la existencia de abecedario griego antes del Diluvio de Noé ! 
En algunos casos, los científicos aceptan o al final están obligados a aceptar, bajo el peso nuevos datos y pruebas ... ya que en otros casos estos datos han sido literamente enterrados en algun sótano y pasan al olvido para no estropear los "intereses de algunos".

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΑ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΕΥΡΗΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ "ΠΙΑΤΟ ΤΟΥ ΝΩΕ"
ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΑΣΥΡΘΗΚΕ ΑΠΟ ΒΑΘΟΣ ΠΕΡΙΠΟΥ 120 ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΗ ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ, ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΠΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΝ ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ ΤΟΥ ΝΩΕ!!. 

Este estremecedor y revolucionario descubrimiento, es el "Plato de Noé".
Es un objeto prediluviano que se extrajo del fondo del Mar Negro, a una profundidad de 120 metros, en el lugar donde se calcula que hace miles de años se encontraban las playas antiguas que fueron cubiertas por las aguas del Cataclismo de Noé.


Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΗΜΑΤΟΣ ΔΕΝ ΕΓΚΕΙΤΑΙ ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ, ΑΛΛΑ ΚΥΡΙΩΣ ΣΤΟ ΟΤΙ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΦΕΡΕΙ ΧΑΡΑΞΕΙΣ 23 ΣΥΜΒΟΛΩΝ-ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ ΓΡΑΦΕΙΣ,17 ΑΠΟ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΟΥΝ ΣΕ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ!!!!!

La importancia del descubrimiento no es sólo su edad sino, principalmente, que en su parte exterior lleva grabados 23 símbolos-caracteres de escritura-, 17 de los cuales son letras del antiguo alfabeto griego!!! 

ΤΟ ΠΕΡΙΦΗΜΟ ΠΛΕΟΝ "ΠΙΑΤΟ ΤΟΥ ΝΩΕ".
 ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΟΥ ΕΚΠΛΗΣΣΕΙ, ΑΝ ΣΚΕΦΘΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΡΩΙΜΗΣ ΝΕΟΛΗΘΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ, ΦΤΙΑΓΜΕΝΟ ΓΥΡΩ ΣΤΟ 5400 Π.Χ.

Sobre el ya famoso "Plato de Noé", incluso nos sorprende la técnica de su producción, pues si uno se pone a pensar, es un objeto de la edad neolítica prematura, hecho alrededor del 5.400 a.C. 



ΧΑΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ ΟΠΟΥ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΛΗΜΜΥΡΑΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΗΣΜΟ.
Η ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΑΚΡΟΓΡΑΜΜΗ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΑΝΗ ΓΡΑΜΜΗ.ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΑΚΤΟΓΡΑΜΗ (Η ΟΠΟΙΑ ΕΧΕΙ ΗΛΙΚΙΑ ΠΕΡΙΠΟΥ 7000-9000 ΧΡΟΝΩΝ,ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΒΑΘΟΣ ΠΕΡΙΠΟΥ 90 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΜΕ ΚΟΚΚΙΝΗΓΡΑΜΜΗ) ΒΡΕΘΗΚΕ ΤΟ ΠΙΑΤΟ ΤΟΥ ΝΩΕ

Mapa del Mar Negro en donde aparecen todas las fases sucesivas de los diluvios después del Cataclismo.
La línea  litoral de la epoca actual se distingue por una linea azul. En la línea litoral antigua, que tiene una edad de 7000-9000 años y una profundidad de 90 metros (línea color rojo), es donde se ha encontrado el "Plato de Noé".



                                                                  
Η ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΗΤΑΝ ΣΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ! 
ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΥ Κ. ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΣΑΜΨΩΝ, ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΛΕΤΗ ΤΩΝ ΝΕΟΛΙΘΙΚΩΝ ΕΠΙΓΡΑΦΩΝ ΤΩΝ ΓΙΟΥΡΩΝ ΤΟ 1992 ΟΤΙ ΣΕ ΑΥΤΕΣ ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ, ΤΩΡΑ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΕΝΑ ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΔΕΙΓΜΑ, ΚΑΤΑ ΠΑΣΑ ΠΙΘΑΝΟΤΗΤΑ ΠΡΟΚΑΤΑΚΛΥΣΜΙΑΙΟ!!!!!

El hallazgo fue estremecedor !!!
Después de las conclusiones de la arqueóloga griega Sra. Adamantia Sampsón, del estudio de las inscripciones neolíticas de Yuron de 1922, se desprende que en ellas se incluyen muchas de las letras del antiguo alfabeto griego, por lo que ahora tenemos un nuevo e importante dato-muestra, probablemente prediluviano.   




ΕΤΣΙ Η ΕΠΙΚΡΑΤΟΥΣΑ ΘΕΩΡΙΑ ΠΕΡΙ ΕΙΣΑΓΩΓΕΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΛΦΑΒΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗ ΦΟΙΝΙΚΗ, ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ ΑΡΓΟΤΕΡΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΡΕΕΙ, ΚΑΘΩΣ ΤΑ ΝΕΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΟΤΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΛΦΑΒΗΤΟ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΡΧΑΙΑ ΠΕΛΑΣΓΙΚΗ ΓΡΑΜΜΙΚΗ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ , ΤΟ ΠΟΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ, ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΧΘΟΝ!!!!!

Asi, la teoría existente referente a la "importación" del abecedario griego de los Fenicios, miles de años después, empieza a derrumbarse ya que los nuevos datos obtenidos por este hallazgo aseguran que el alfabeto griego proviene de la muy antigua escritura lineal de los Pelasgos ... Y  lo más importante es que es AUTOCTONO !!!!!

Γράφτηκε από τόν Μορφέα στόν Προμηθέα





ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΙΔΡΥΣΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΣΑΓΟΥΝΤΟ
LOS GRIEGOS FUNDARON LA CIUDAD DE SAGUNTO




Μία εικόνα 1000 λέξεις. Φωτογραφία πού μἀς έστειλε ο Κος. Κώστας Χαικαλης μέλος τού συμβουλίου καί τού χορευτικού συγκροτήματος Ζακύνθου, που χόρεψε στο Σαγούντο. Η φωτοφραφία είναι από τήν είσοδο τού Δημαρχείου αυτής τής ισπανικής πόλης.
Una foto de 1000 palabras. Foto que nos ha enviado el señor Kostas Jaikalis, miembro del consejo directivo y del ballet de la isla de Zakinthos, que acudió a bailar a Sagunto. La foto está tomada a la entrada del Ayuntamiento de esta ciudad española de la Comunidad Valenciana.

 

ΑΓΝΟΔΙΚΗ
Η πρώτη γυναίκα γιατρός στην Αρχαία Ελλάδα

 

Άνδρας είχε αναγκασθεί να ντυθεί η πρώτη γυναίκα γιατρός στην Αρχαία Ελλάδα, καθώς, έως τον 4ο αιώνα, είχε θεσμοθετηθεί νόμος που απαγόρευε στις γυναίκες να ασκούν ιατρική και όποια παρέβαινε το νόμο, τιμωρείτο με θανατική ποινή.

Πρόκειται για την Αγνοδίκη, η οποία δεν δίστασε να ντυθεί άνδρας και να μαθητεύσει στο διάσημο γιατρό Ηρόφιλο (355-280 π.Χ.) στην Αλεξάνδρεια. Μετά τη μαθητεία της, μεταμφιεσμένη πάντα σε άνδρα, επέστρεψε στην Αθήνα και άσκησε το ιατρικό επάγγελμα με μεγάλη επιτυχία και γρήγορα έγινε η ευνοούμενη των εύπορων γυναικών.

Η ιστορία της Αγνοδίκης αποτελεί το αντικείμενο της εισήγησης της Ε. Κατσαρού από το Γενικό Νοσοκομείο Ζακύνθου που θα παρουσιαστεί στο 22ο ιατρικό συνέδριο Ενόπλων Δυνάμεων που διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη.

Σύμφωνα με τη μελέτη, οι Αθηναίοι γιατροί ζήλεψαν για την επιτυχία του νεοφερμένου γιατρού και η Αγνοδίκη καταγγέλθηκε ως άτομο που διαφθείρει τα ήθη των κυριών. Η Αγνοδίκη αποκάλυψε τότε ότι ήταν γυναίκα και παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά όλες οι γυναίκες και ιδίως οι πλούσιες και οι εταίρες τής συμπαραστάθηκαν με αποτέλεσμα να αθωωθεί και στη συνέχεια να αλλάξει ο νόμος. Οι γυναίκες μπορούσαν πλέον να ασκούν το ιατρικό επάγγελμα αρκεί να εξέταζαν μόνο γυναίκες.

Όπως επισημαίνει πάντως η κ. Κατσαρού, η ιστορία επανελήφθη 20 αιώνες μετά, όταν στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865), η Μαίρη Γουόκερ αναγκάστηκε να ντυθεί άνδρας για να ασκήσει το ιατρικό επάγγελμα στο πεδίο της μάχης.

 AGNODICE
La primera mujer médico en la Grecia Antigua
 

Para poder ejercitar su profesión, se vio obligada a vestirse de hombre. 

En hombre se vio obligada a vestirse la primera mujer médico de Grecia Antigua, ya que en el siglo 4º, habia una ley que prohibía a las mujeres ejercer la medicina. Y la que violaba esta ley era castigada con la pena de muerte.

Nos referimos a Agnodice, quien no dudó en vestirse de hombre y ser "discípulo" del famoso médico Herofilo (355-280 a.C.) en Alejandria. Despues de sus estudios, siempre transformada en hombre, regresó a Atenas y ejerció su profesión con muchísimo éxito. Muy pronto se convirtio en el "médico preferido" de las mujeres ricas.
La historia de Agnodice es el objetivo principal de introduccion de Eleni Katsarú, del Hospital General de Zakinthos, que se presentará en el 22º Congreso de las Fuerzas Armadas a celebrar en Tesalónica.
De acuerdo con la investigación, los médicos Atenienses tuvieron celos del recien llegado "médico", y Agnodice fue denunciada, como una persona que pervertía a las mujeres.
Es entonces cuando Agnodice fue obligada a revelar su verdadera identidad de sexo y fue conducida a juicio. Pero todas las mujeres, especialmente las ricas y las Hetéras, la apoyaron y en consecuencia fue declarada inocente.
Gracias a este acontecimiento, fue cambiada la ley que prohibía a las mujeres ejercer la profesión de médico.
Las mujeres podían ya ejercer su profesión, pero con la condición de que sus pacientes fuesen solamente mujeres.
Segun relata la Sra. Katsarú, esta historia se repitió 20 siglos mas tarde, despues de la guerra civil de los Estados Unidos de America (1861-1865), cuando Mary Walker se vio obligada a vestirse de hombre para poder ejercer la profesión de médico en el campo de batalla.

 

 


Αποδείξεις για τη μαθηματική κατασκευή της Ελληνικής γλώσσας.

Evidencia sobre la estructura matematica de la lengua Griega

 

Από τον μαθηματικό και συγγραφέα Λευτέρη Αργυρόπουλο.

Del matematico y escritor Leftéris Argiropulos

Η Ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα όλων των γλωσσών της γής, δηλαδή είναι η γλώσσα των γλωσσών. Σε αντίθεση με τις άλλες γλώσσες, η Ελληνική γλώσσα είναι μία υπέροχη μαθηματική δημιουργία και ως μαθηματική κατασκευή είναι κατά συνέπεια και μουσική γλώσσα. 
Κατά την εποχή του Πυθαγόρα, αλλά και προγενέστερα από αυτόν, οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν τα σύμβολα των γραμμάτων για να συμβολίζουν τους αριθμούς. 
Πρέπει να αναφέρουμε ότι η Ελληνική γλώσσα αποτελείται από 28 σύμβολα και 27 αριθμητικές θέσεις. Αναλυτικά, τα 28 αυτά σύμβολα είναι τα εξής:


Σύμφωνα με το προηγούμενο σύστημα αριθμήσεως, κάθε λέξη έχει ένα και μόνο ένα άθροισμα, το οποίον ονομάζεται λεξάριθμος. Έτσι, ο λεξάριθμος της λέξεως ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ είναι:
ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ = 30+5+60+1+100+10+9+40+70+200 = 525. Η λέξη ΛΕΞΑΡΙΘΜΟΣ είναι σύνθετη και παράγεται από τις λέξεις ΛΕΞΙΣ και ΑΡΙΘΜΟΣ, είναι δηλαδή ο αριθμός της κάθε Ελληνικής λέξεως, σύμφωνα με το Ελληνικό σύστημα αριθμήσεως.

Según el anterior sistema numérico, cada palabra tiene sólo una única suma, a la que se llama leksaritmos.
Así, el leksaritmos de la palabra LEKSARITMOS es :   
LEKSARITMOS =30+5+60+1+100+10+9+40+70+200=525
La palabra LEKSARITMOS es una palabra compuesta por dos palabras: LEKSIS (palabra) y ARITMOS (número). O sea, es el número de cada palabra griega, siempre de acuerdo con sistema numérico griego.

 

La lengua griega es la madre de todas las lenguas de la tierra, el idioma de los idiomas. A diferencia de otras lenguas, el griego es una maravillosa creación matemática, y siendo matemática, por tanto, es un idioma  músical. 
En la epoca de Pitágoras, pero incluso antes de él, los griegos utilizaban las letras para simbolizar los números. 
Cabe señalar que el idioma griego se compone de 28 símbolos y 27 posiciones numéricas. Analiticamente, estos 28 símbolos son los siguientes :

Α=1
Β=2
Γ=3
Δ=4
Ε=5
F=6
S=6
Ζ=7
Η=8
Θ=9
Ι=10
Κ=20
Λ=30
Μ=40
Ν=50
Ξ=60
Ο=70
Π=80
Q=90
Ρ=100
Σ=200
Τ=300
Υ=400
Φ=500
Χ=600
Ψ=700
Ω=800
ΣΑΜΠΙ=900

Το σύμβολο F ονομάζεται δίγαμμα, το S΄ στίγμα, ενώ το Q ονομάζεται κόππα και το σαμπί είναι ένα π στραμμένο προς τα δεξιά κατά 45 μοίρες.

El simbolo F se llamaba "digamma", la S "estigma", mientras que la Q se llamaba "kopa" y el "sambi" era una Π inclinada unos 45º hacia la derecha.

 

Όταν δύο λέξεις ή προτάσεις έχουν τον ίδιο λεξάριθμο, τότε λέμε ότι έχουμε λεξαριθμική ισοψηφία ή ταυτότητα μεταξύ αυτών. 

Cuando dos palabras o frases tienen el mismo leksaritmo, entonces decimos que tienen una igualdad leksarítmica o identidad entre ellas.


Οι περισσότεροι λεξάριθμοι κυμαίνονται μεταξύ των αριθμών 200 και 1800, ενώ γενικά οι αριθμητικές τους τιμές βρίσκονται μεταξύ του 1 και του 5000. 
Έτσι, είναι μικρή η πιθανότητα για δύο λέξεις να έχουν τον ίδιο λεξάριθμο και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σύμπτωση το γεγονός της ισοψηφίας.
Οι λέξεις ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ και ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ έχουν τον ίδιο λεξάριθμο, διότι:
ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ = 200+500+1+10+100+10+20+70+200 = 1111
ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ = 9+5+40+5+30+10+800+4+8+200 = 1111

La mayoria de los leksaritmos fluctuan entre los numeros 200 y 1800, mientras generalmente sus valores aritméticos se encuentran entre el 1 y el 5000.
Asi la probabilidad de que dos palabras tengan el mismo leksaritmo es muy pequeña y esa igualdad se podrá catalogar como casualidad.
Por ejemplo,
las palabras SFERIKOS (esférico) = 200+500+1+10+100+10+20+70+200=1111
TEMELIODES (fundamental) = 9+5+40+5+30+10+800+4+8+200=1111


Η ερμηνεία της προηγούμενης λεξαριθμικής ταυτότητος είναι προφανής, διότι ο ΣΦΑΙΡΙΚΟΣ είναι ο ΘΕΜΕΛΙΩΔΗΣ μαθηματικός μηχανισμός της δημιουργίας της ύλης, δεδομένου του γεγονότος ότι τα υποατομικά σωματίδια της ύλης είναι σφαιρικά, αλλά ακόμη και οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος έχουν σφαιρικό σχήμα. 

La explicación de la identidad leksarítmica anterior es facil de entender, porque lo ESFERICO es lo FUNDAMENTAL, un mecanismo matemático de la materia, dado el caso de que los moléculas subatómicas de la materia tienen forma de esfera. 

Οι λέξεις ΦΩΤΟΝΙΟΝ και ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ ισοψηφούν με τον αριθμό 1850, δηλαδή
ΦΩΤΟΝΙΟΝ = ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ = 1850,
γεγονός που δηλώνει ότι η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει ότι το ΦΩΤΟΝΙΟΝ διαδίδεται ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ εις τον τρισδιάστατον χώρον. Πράγματι, έχει αποδειχθεί ότι όχι μόνον το ΦΩΤΟΝΙΟΝ διαδίδεται ΚΥΜΑΤΟΕΙΔΩΣ, αλλά επιπλέον οι κυματοειδείς καμπύλες της διαδόσεως του φωτονίου είναι ημιτονοειδείς.

Las palabras FOTONION (Fotoión) y KIMATOEDE (Ondeante) tienen una igualdad equivalente a 1850, lo que nos indica que el idioma griego "sabe" que el fotoión se divulga en el espacio tridimensional en forma ondeante.
En realidad, se ha compobado que no solamente el fotoión se divulga en forma ondeante sino que, además, las curbas ondeantes de divulgación del fotoión son sinusodiales. 


Μία από τις μεγαλύτερες αποδείξεις του γεγονότος ότι η Ελληνική γλώσσα είναι μαθηματική λαμβάνεται από την λεξαριθμική εξαγωγή του αριθμού π=3,14... .
Γνωρίζουμε ότι ο αριθμός π ορίζεται σαν το πηλίκον του μήκους της περιφερείας ενός κύκλου προς τη διάμετρο αυτού. 
Πρέπει να τονίσουμε ότι το σύμβολον π προέρχεται από το αρχικόν γράμμα της λέξεως πηλίκον, διότι το π δεν είναι τίποτε άλλο παρά το πηλίκον του μήκους της περιφερείας του κύκλου ως προς τη διάμετρό του. 
Εάν σχηματίσουμε το πηλίκον των λεξαρίθμων
(ΜΗΚΟΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΥ)/ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ, παρατηρούμε ότι αυτό ισούται με τον αριθμό 3,14 !!! με ακρίβεια τριών ψηφίων. Πράγματι έχουμε:
ΜΗΚΟΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΚΥΚΛΟΥ = 338+1016+940 = 2294
ΔΙΑΜΕΤΡΟΣ = 730, επομένως 2294/730=3,14...!!!

La muestra más grande de que la lengua griega es matemática sale de la extracción leksarítmica del numero π=3,14 ...
Sabemos que el valor de dicho número 3,14 es el cociente que se extrae entre la longitud de la periferia del círculo y su diámetro.  
Debemos destacar que el símbolo "pi" sale  de la letra inicial de la palabra "pilikon"=cociente, ya que no es otra cosa que la relación entre la longitud de la circunferencia de un círculo y su diámetro.
Así, obtenemos la proporción del lexarithmon
 
LONGITUD DE LA PERIFERIA DEL CIRCULO / DIAMETRO demuestra que este número equivale a 3,14, con exactitud de tres dígitos. De hecho tenemos: 

LONGITUD DE LA PERIFERIA DEL CIRCULO 
-----------------------------------------------------------------------------                      DIAMETRO


equivale a : 338+1016+940 = 2294       2294
                    ---------------------------------  = --------- =3,14
                                 730                      730


Στα δύο βιβλία του ο Λευτέρης Αργυρόπουλος έχει καταγράψει χιλιάδες παραδείγματα λεξαριθμικών ταυτοτήτων όπως οι προηγούμενες, δίνοντας στον αναγνώστη την ευκαιρία να κατανοήσει ότι η Ελληνική γλώσσα γνωρίζει ακόμη και τους νόμους της συμπαντικής δημιουργίας και κατά συνέπεια την αλήθεια. Πράγματι:
ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ = 64+565 = 629
ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = 256+373 = 629, δηλαδή:
ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ = ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = 629 !!!

En sus libros, Lefteris Argiropulos ha escrito miles de ejemplos de identidades leksaritmikas
como la anterior, dando al lector la oportunidad de entender que la lengua griega "conoce" hasta las leyes de la creación universal y, por tanto, la verdad.
ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ (ES VERDAD) =64+565=629
ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ (VERDADERA PALABRA)=256+373=629 o sea que
ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΣΤΙΝ = ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ (verdad es la verdadera palabra) 
= 629 !!!

Επίσης:
Ο ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ = 699!!!
Δια τούτον τον λόγον, ο ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ εστίν ο ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ

También:
Ο ΑΛΗΘΗΣ ΛΟΓΟΣ = ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ = 699
la verdadera palabra = matemática = 699. Po lo tanto, la palabra verdadera es la matemática.

ΕΝ = DOS = 5+50 = 55 = 5+5 =10 = 1+0 = 1

ΔΥΑΣ = DOS = 4+400+1+200 = 605 = 6+0+5 = 11= 1+1 = 2

ΤΡΕΙΣ = TRES = 300+100+5+10+200 = 615 = 6+1+5 = 12 = 1+2 =3


Περισσότερες πληροφορίες για τον Λευτέρη Αργυρόπουλο μπορείτε να βρείτε στην ιστοτελίδα του
www.geocities.com/lefteris_02115 και όποιος θέλει μπορεί να επικοινωνήσει μαζί του με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στη διεύθυνση lefteris_02115@yahoo.com 

Mas información sobre el Prof. Lefteris Argiropulos se puede encontrar en su página web www.geocities.com/lefteris_02115,
y el que lo desee puede comunicarse con él, en su correo electrónico lefteris_02115@yahoo.com

 

 

 ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΣΤΗΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

PIRAMIDES EN GRECIA

 

 Ολοι μας έχουμε θαυμάσει τις πυραμιδες της Αιγυπτου, αλλα ποιος θα μπορουσε να φαντασθει οτι στην Ελλαδα κατασκευαστηκε η πρωτη πυραμιδα,πριν ακομα, απο αυτη του Χεωπα που ευρησκεται στην Αιγυπτο.
Στα ελληνικα εδαφη οι πυραμιδες δεν ξεπερνουν τις 20. Μια απο αυτες ειναι αυτη του Ελληνικου που φαινεται στην φωτογραφια.
Συμφωνα με εργαστηριακες ερευνες που εχουν γινει στην πυραμιδα, ανακαλυφθηκε οτι κατασκευαστηκε στο 2720π.χ με καποια αποκλιση, σε αντιθεση με του Χέοπα που κατασκευαστηκε στο 2550π.χ.
 Βρισκεται στο σημερινο Κεφαλαρι και ειναι κατασκευασμενη απο μεγαλους λιθοπλινθους. 
Η κυρια εισοδος  βρισκεται στην ανατολικη πλευρα του μνημειου. 
Ειναι διαστασεων 7,03 Χ 9.07 μ και οι τοιχοι εχουν κλιση 60 μοιρες. Να λοιπον που και σε αυτον τον τομεα το πανω χερι ειχαν οι Αρχαιοι Ελληνες.
 
Θα ήθελα να σἀσ πω ότι η πυραμίδα αυτή ευρήσκεται στον χώρο τἠς Λακωνίας . Τωρα από πού βγαίνει Λακωνία ;
ΛΑΞ = βράχος καί  Κώνος = γεωμετρικό σχήμα.
Τί είναι ένας κωνικός βράχος ; ........ Μία Πυραμίδα.


Todos hemos admirado las pirámides de Egipto. Pero quién podría imaginarse que en Grecia se construyo la primera piramide, antes todavia que la de Keops, que se encuentra en Egipto!!!. Sin embargo, es cierto. 
En tierras griegas, las pirámides no sobrepasan las 20'- Una de ellas es la pirámide de "ELLINIKON" que aparece en la foto.
Según las investigaciones de laboratorio que se han hecho, se descubrió que esta pirámide se construyó, más o menos, en el 2720 a.C., a diferencia de la de Keops, que se construyó en  2550 a.C.
Se encuentra en el hoy llamado Kefalári, y está construída con piedras enormes.
 
La entrada principal está en el lado oriental del templo. Sus dimensiones son de 7,03 m. x 9,07 m. y sus paredes tienen una inclinacion de 60º.
He aquí pues que, en este tema, los griegos antiguos tuvieron la primera palabra.
Quisiera recordarles que la región en donde se halla dicha pirámide es la de Laconia, cuya capital es Esparta.
¿ Y qué significa Laconia? ... Pues LAKS = roca y CONOS = figura geometrica ... ¿qué es una roca cónica? ... Pues una pirámide. 

 

 

VEA EL VIDEO "LA HISTORIA DE GRECIA EN 10 MINUTOS"
http://www.youtube.com/v/QeIu2CtyMOs&hl=es&fs=1"></param><param 

Σύντομη Ελληνική ιστορία
Breve historia griega
 
Η Ελλάδα έχει μια πολύ πλούσια ιστορία.
Σύμφωνα με τα ευρήματα των αρχαιολογικών χώρων κατοικείται από την Παλαιολιθική Εποχή.
Όμως περισσότερο σαφείς ενδείξεις υπάρχουν για την περίοδο της νεολιθικής εποχής. Στους κατοίκους αυτής της περιόδου δίνεται η ονομασία Πελασγοί, ενώ παράλληλα, ως άλλοι προελληνικοί λαοί, αναφέρονται οι Κάρες, οι Λέλεγες και οι Δρύοπες.
Την περίοδο αυτή δεν υπήρχε ένα ενιαίο ελληνικό κράτος, αλλά πολλές μικρές ανεξάρτητες πόλεις-κράτη, με κοινή γλώσσα και παράλληλη ανάπτυξη πολιτισμού.
Στα χρόνια αυτά αναπτύσσονται ιδιαίτερα οι Κρήτες, που κυριαρχούν στην Μεσόγειο, οι Κυκλάδες και οι Μυκήνες. Στις περιοχές αυτές αναπτύχθηκαν σημαντικοί πολιτισμοί : ο Μινωικός, ο Κυκλαδικός και ο Μυκηναϊκός.
Τον 8ο π.Χ. αι. έχουμε έναν σημαντικό ελληνικό αποικισμό, με κύριο στόχο το εμπόριο και την διέξοδο των μητρικών πόλεων για γρήγορη ανάπτυξη και πρόοδο. Η Ν. Ιταλία έγινε μια δεύτερη Ελλάδα και ονομάστηκε Μεγάλη Ελλάδα.
Από τις πόλεις-κράτη ξεχωρίζουν τρεις: η Αθήνα, η Σπάρτη και η Θήβα.
Από τον 6ο π.Χ. αι. είχε αρχίσει να επεκτείνεται το κράτος των Περσών. Η επεκτατική τους πολιτική τους οδήγησε να καταλάβουν την Ελλάδα. Οι εκστρατείες τους άρχισαν να πραγματοποιούνται στις αρχές του 5ου π.Χ. αι. και κατέληξαν σε συντριβή των Περσών στις μάχες του Μαραθώνα, των Πλαταιών και στις ναυμαχίες της Σαλαμίνας και της Μυκάλης. Οι Έλληνες νικήθηκαν στην μάχη των Θερμοπυλών αλλά έδειξαν σ όλο τον κόσμο την ανδρεία και την γενναιότητά τους.
Πρώτη πόλη στους Περσικούς Πολέμους αναδείχθηκε η Αθήνα, που αμέσως μετά ανέπτυξε έναν σπουδαίο πολιτισμό κι ένα πανίσχυρο κράτος.
Η δύναμη αυτή της Αθήνας ανησύχησε τους Σπαρτιάτες, που είχαν εξελιχθεί σ ένα ισχυρό στρατοκρατικό κράτος. Έτσι η σύγκρουση δεν άργησε. Η σύγκρουση αυτή είναι γνωστή σαν Πελοποννησιακός Πόλεμος (431 π.Χ.-404 π.Χ.). Νικητής αναδείχθηκε η Σπάρτη, που έμεινε ο κυρίαρχος της Ελλάδος.
Αντίπαλός της αναδείχνεται η Θήβα, η οποία κατανίκησε σε αλλεπάλληλες μάχες τους Σπαρτιάτες και αποτίναξε το Σπαρτιατικό καθεστώς. Έτσι επανήλθε η Αθήνα στο προσκήνιο.
Ταυτόχρονα άρχισε να αναπτύσσεται το κράτος των Μακεδόνων, που οργάνωσε ισχυρό στρατό και άρχισε σιγά σιγά να επεκτείνεται. Με την αρχηγία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όλη η Ελλάδα οργανώνεται σ ένα κράτος. Ταυτόχρονα δημιουργείται μια παγκόσμια αυτοκρατορία, αφού οι κατακτήσεις του μακεδόνα βασιλιά φτάνουν μέχρι τις Ινδίες.
Με τον πρόωρο θάνατό του, άρχισαν οι πόλεμοι των διαδόχων. Η μεγάλη αυτοκρατορία διαιρείται και δημιουργούνται μεγάλα κράτη από εξελληνισμένους κατοίκους. Μέσα στις εσωτερικές αναταραχές των ηγεμόνων για την κατάκτηση της εξουσίας, οι πόλεις της Ελλάδος προσπαθούν να βρουν μια αυτοπροστασία, γιατί δέχονται επιδρομές.
Την εποχή αυτή εμφανίζεται σαν μεγάλη και ισχυρή δύναμη η Ρώμη. Μέσα από μια σειρά πολέμους, οι Ρωμαίοι κατόρθωσαν να νικήσουν τις ελληνικές πόλεις-κράτη και να τις κατακτήσουν. Το 146 π.Χ. θεωρείται ο χρόνος υποταγής της Ελλάδος. Τα κρατίδια καταργούνται, οι Ρωμαίοι σταματούν τις εσωτερικές διαμάχες και χωρίζουν την Ελλάδα σε τέσσερις επαρχίες: Μακεδονία, Αχαϊα, Νήσοι και Κρήτη. Όμως οι Ρωμαίοι δεν σταμάτησαν στην Ελλάδα. Κατέκτησαν και τη Μ. Ασία. Η τόσο μεγάλη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χωρίστηκε στα δύο : στην Ανατολική και στη Δυτική.
Η Ελλάδα εντάχθηκε στην Ανατολική, που πήρε ελληνικό χαρακτήρα και απετέλεσε την Βυζαντινή Αυτοκρατορία, η αρχή της οποίας τοποθετείται στο 384.
Μετά από μια μακρά περίοδο πολιτιστικής και πολιτικής ακμής, το Βυζάντιο κατακτάται από τους Τούρκους (1453). Η περίοδος της τουρκοκρατίας ήταν μια σκληρή και δύσκολη περίοδος για τους Έλληνες, στους οποίους δημιούργησε κοινωνικά, νομικά και θρησκευτικά προβλήματα. Πολλοί Έλληνες, που δεν μπορούσαν να δεχτούν τη σκλαβιά σαν τρόπο ζωής, κατέφυγαν σε δυσπρόσιτα μέρη της χώρας για να ζήσουν ελεύθεροι. Ήταν οι φημισμένοι κλέφτες. Οι Τούρκοι για να τους αντιμετωπίσουν έφτιαξαν ένοπλα σώματα από Έλληνες, τους αρματολούς. Μεταξύ των δύο ομάδων αναπτύχθηκε στενή συνεργασία, για την απελευθέρωση της χώρας. Κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής οι Έλληνες προσπάθησαν πολλές φορές να ελευθερωθούν. Το σημαντικότερο κίνημα, ξεκίνησε από τους αδελφούς Ορλώφ και έμεινε στην ιστορία ως Ορλωφικά. Το 1814 ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία, που προετοίμασε την Ελληνική Επανάσταση. Στις 25 Μαρτίου 1821, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλόγησε τα όπλα των αγωνιστών και ύψωσε την επαναστατική σημαία. Η ελευθερία για τους Έλληνες ήρθε μετά από μια σειρά μαχών, τόσο στρατιωτικών, όσο και πολιτικών και διπλωματικών. Πολύτιμη υπήρξε η βοήθεια των Φιλελλήνων, τόσο στη διάρκεια της σκλαβιάς όσο και στον απελευθερωτικό αγώνα. 
Η ανεξαρτησία του Ελληνικού Κράτους επισημοποιήθηκε στις 10 Μαρτίου του 1829, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου.Πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδος εκλέχθηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας, που έθεσε τις βάσεις για την οργάνωση του νεοσύστατου κράτους.
Το 1897 Ελλάδα και Τουρκία συγκρούστηκαν ξανά. Αιτία ήταν η μη υλοποίηση της Συνθήκης του Βερολίνου από την Τουρκική πλευρά και η άρνησή τους να παραδώσουν τα τμήματα της Ηπείρου που αναφέρονταν στην συνθήκη. Ο ελληνο-τουρκικός πόλεμος τελείωσε με ήττα του ελληνικού στρατού. Από το 1878 έως το 1906, η Μακεδονία δοκιμάστηκε από το Μακεδονικό Ζήτημα. Το 1912 ελευθερώθηκε και εντάχθηκε στην Ελλάδα.
Από το 1912 έως το 1914 η χώρα συμμετείχε στους δύο Βαλκανικούς Πολέμους, ενώ το 1917 μπήκε στη δίνη του Α Παγκοσμίου Πολέμου, με το τέλος του οποίου πραγματοποιήθηκε το όνειρο του ελληνισμού για την Ελλάδα των δύο ηπείρων. Το όνειρο αυτό όμως τελείωσε γρήγορα, με τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922
Το 1940 η χώρα υποχρεώθηκε να πάρει μέρος στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ το 1941 βρέθηκε κάτω από την Γερμανική Κατοχή, από την οποία ελευθερώθηκε το 1944, με τη λήξη του πολέμου.
Στις 21 Απριλίου 1967, και ενώ η χώρα ετοιμαζόταν για τη διεξαγωγή εκλογών, εκδηλώθηκε πραξικόπημα, που οδήγησε σε μια επτάχρονη δικτατορία. Στις 23 Ιουλίου 1974 η δημοκρατία αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα.

 
Grecia tiene una historia muy rica. 
Según algunos descubrimientos arqueológicos, estaba habitada desde la época Peleolítica. 
                                                   
Sin embargo, hay indicaciones claras sobre su ocupación en el período del Neolítico. 
En este período, a los residentes se les dio el nombre de Pelasgos mientras que, como otros prehelénicos, se mencionan a los Kares, los Leleges y los Dryopes. 
Durante este período, no hubo un único Estado griego, sino muchas pequeñas ciudades-estados independientes, con un lenguaje común y un paralelo desarrollo de la cultura. 
En ese período, se desarrollaron especialmente los cretenses, que dominaban el Mediterráneo, las islas Cícladas y Micenas.  En estas zonas se desarrollaron importantes culturas: la Minóica, la Mycénica, y las Cíclades. 
En el siglo 8 a.C. se desarolla una importante colonización griega, con el objetivo principal del comercio y la salida de la ciudad para obtener un rápido desarrollo y progreso. 
El sur de Italia se convirtio en una segunda Grecia, llamada Magna Grecia. 

De las ciudades-estado destacan tres: Atenas, Esparta y Tebas.
Desde el siglo 6 a.C.  había comenzado a extenderse el imperio de los persas. Su política de expansión les condujo a conquistar Grecia.  Las campañas comenzaron a tener lugar a principios del siglo 5 a.C.,  y tuvo como resultado la molturación de los persas en las batallas de Maratón y el Plataea, y en las batallas navales de Salamina y Mykalis. 
Los griegos fueron derrotados en la batalla de las Termópilas, pero mostraron al mundo su valor y valentía. 
Como primera ciudad en la Guerras Pérsicas, surgió Atenas, que poco después desarrolló una gran cultura y un poderoso Estado. 
El poder de Atenas preocupó a los espartanos, que se habían convertido en un poderoso estado militar. Por lo tanto, el conflicto no tardó en llegar. 
Este conflicto se conoce como la Guerra del Peloponeso (431 a.C.-404 a.C.). Esparta salió victoriosa y se convirtió en la capital de Grecia. 
Oponente de Esparta fue Tebas, que tras vencerla en múltiples batallas, liberó la región del régimen espartano, volviendo asi Atenas al escenario. 
Al mismo tiempo, comenzó a desarrollarse el Estado de los Macedonios, que organizó un ejército fuerte y poco a poco comenzó a expandirse. 
Con el liderazgo de Alejandro Magno, todas las ciudades - estados fueron organizados, y Grecia se convierte en un solo estado. 
Grecia se convierte en un imperio global, después de que las conquistas del Rey Macedonio, Alejandro Magno, se expandieron hasta  la India. 
Con su muerte prematura, comenzaron las guerras de sus sucesores. El gran imperio se divide, y sus habitantes adoptan la cultura helena.
En los conflictos internos de los gobernantes para la conquista del poder, las ciudades de Grecia están tratando de encontrar una autoprotección ya que son atacadas. 
En ese tiempo, aparece Roma como una grande y poderosa fuerza. 
A través de una serie de guerras, los romanos lograron derrotar a los griegos y conquistar los estados-ciudad. El
146 a.C. se cataloga como el año en que Grecia fue conquistada por los romanos.
Los romanos suspenden los conflictos internos de los griegos y dividen Grecia en  cuatro provincias : Macedonia, Acaya, Creta y las islas. 
Pero los romanos no se detuvieron en Grecia y conquistaron también Asia Menor. El gran Imperio Romano se divide en dos: el oriental y el occidental. 
Grecia se unió al oriental, que se helenizó, para formar el Imperio Bizantino, cuyo comienzo data del año 384. Después de un largo período de borde cultural y político,  Bizancio fue conquistado por los turcos (1453). 
El período de la dominación turca fue un tiempo duro y difícil para los griegos, y creó un contexto social, jurídico y religioso problemático. 
Muchos griegos, que no podian aceptar la esclavitud como forma de vida, huyeron a zonas inaccesibles del país para vivir libres. Fueron los famosos Ladrones. Los Turcos, para hacerles frente, formaron milicias integradas por griegos, los Armatolos. 
Entre los dos grupos se desarolló una estrecha cooperación a fin de liberar el país. 
Durante la ocupación turca, los griegos intentaron muchas veces liberarse. El mayor movimiento fue iniciado por los hermanos Orlof y se conoce en la historia como la Orlofika, fundada en 1814, y que se recuerda como la Sociedad de Amigos que preparó la revolución griega. 
El 25 de marzo de 1821, el sacerdote Paleon Patron Germanos bendjo las armas de los combatientes rebeldes y levantó la semilla de la revolución.
La libertad de los griegos vino después de una serie de batallas, tanto militares, como políticas y diplomáticas. Muy valiosa fue la ayuda de los Filellines (amantes de Grecia) , tanto durante la esclavitud como durante la lucha por la liberación.
El Estado griego independiente se formalizó el 10 de marzo de 1829, con el el Protocolo de Londres. El elegido como primer gobernador de Grecia fue Ioannis Kapodistrias, que sentó las bases para la organización del nuevo Estado. 
En 1897, Grecia y Turquía lucharon de nuevo. El motivo fue la no aplicación del Tratado de Berlín por parte turca, que se negaba a entregar partes del continente que se mencionaban en el tratado. 
La guerra entre Grecia y Turquía terminó con la derrota del ejército griego. 
Desde 1878 hasta 1906, Macedonia sufrió "el tema macedonio". En 1912, Macedonia obtuvo su libertad y se unió a Grecia. 
De
sde 1912 hasta 1914, el país participó en las dos guerras de los Balcanes, y en 1917 entró en la Primera Guerra Mundial, al término de la cual se realizó el sueño heleno de la  Grecia de los dos continentes. Pero el sueño acabó rápido con la destrucción de Asia Menor en 1922. 
En 1940, el país tuvo que tomar parte de la Segunda Guerra Mundial, y en 1941 estuvo bajo la ocupación alemana, siendo liberado en 1944, al final de la guerra. 
El 21 de abril de 1967, mientras que el país estaba preparándose para las elecciones, se produjo un golpe de estado, que resultó una dictadura de siete años y el exilio de los reyes.
El 23 de julio de 1974, tras la caída de la dictadura, se restableció la democracia en Grecia. 
 
  Hoy habia 1 visitantes (10 clics a subpáginas) ¡Aqui en esta página!  
 
=> ¿Desea una página web gratis? Pues, haz clic aquí! <=
ΤΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΟΝΟΜΑ ΠΕΠΟΙΗΚΕ ΜΗΚΕΤΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ ΑΛΛΑ ΤΗΣ ΔΙΑΝΟΙΑΣ ΔΟΚΕΙΝ ΕΙΝΑΙ, ΚΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΚΑΛΕΙΣΘΑΙ ΤΩΝ ΤΗΣ ΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΗΜΕΤΕΡΑΣ Η ΤΩΝ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΜΕΤΕΧΟΝΤΑΣ......Ισωκράτης